Ὅταν ὁ δοκιμάζων τὰς καρδίας καὶ τοὺς νεφρούς, 〈ζῶν καὶ ἐνεργὴς καὶ τομώτερος ὑπὲρ πᾶσαν μάχαιραν δίστομον, ὁ διϊκνούμενος μέχρι μερισμοῦ ψυχῆς τε καὶ πνεύματος, ἁρμῶν τε καὶ μυελῶν, καὶ κριτικὸς ἐνθυμήσεων καὶ ἐννοιῶν,〉 καθέζηται δικάζων ἡμῖν, τότε δὴ τότε οὐκ ὀλίγους τινὰς ἐκ πολλῶν, ἀλλὰ πάντας ἐγκαλυπτομένους ὄψει τοὺς τοιούτους. Καὶ οὔτε δορὰ προβάτου τὸν λύκον δύναιτ᾽ ἄν, οὔτε κονίασις τάφου τὸν ἔνδον ἀποκρύψαι μολυσμόν. Οὐκ ἔσται γὰρ 〈κτίσις ἀφανὴς〉 τοῦ τότε κρίνοντος, ἀλλὰ 〈πάντα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ.〉 Ὅπερ καὶ ὁ Παῦλος δηλῶν Κορινθίοις ἔλεγεν· 〈Ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν.〉 Ταῦτα οὖν ἀκούοντες, ἀγαπητοί, διαναστῶμεν ἐκνήψαντες, μὴ πάλιν ὕπνῳ ἁμαρτίας καθεύδωμεν. Ἐξιλασώμεθα τοῖς δευτέροις τὰ φθάσαντα. Ἀδίκως συνέλεξας· δικαίως ἀνάλωσον.
Μετάφραση
Όταν Εκείνος που δοκιμάζει τις καρδιές και τα νεφρά, «ζωντανός και ενεργός και πιο κοφτερός από κάθε δίκοπο μαχαίρι, που εισχωρεί μέχρι τη διαίρεση ψυχής και πνεύματος, αρθρώσεων και μυελών, και κρίνει τις σκέψεις και τις προθέσεις», καθίσει για να μας δικάσει, τότε λοιπόν, τότε, δεν θα δεις λίγους από τους πολλούς, αλλά όλους αυτούς να καλύπτουν το πρόσωπό τους από ντροπή. Και ούτε η προβιά του προβάτου θα μπορούσε να κρύψει τον λύκο, ούτε το άσπρισμα του τάφου τον εσωτερικό μολυσμό. Διότι δεν θα υπάρχει «κτίση αφανής» σε Εκείνον που θα κρίνει τότε, αλλά «τα πάντα θα είναι γυμνά και ξεσκεπασμένα στα μάτια Του». Αυτό ακριβώς δηλώνοντας και ο Παύλος έλεγε στους Κορινθίους: «Ώστε μην κρίνετε τίποτα πριν από την ώρα του, μέχρι να έρθει ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίσει τα κρυφά του σκότους και θα φανερώσει τις βουλές των καρδιών». Ακούγοντας αυτά, λοιπόν, αγαπητοί, ας σηκωθούμε ανανήφοντας, ας μην κοιμηθούμε πάλι τον ύπνο της αμαρτίας. Ας εξιλεωθούμε για τα περασμένα με τα μεταγενέστερα. Άδικα τα συγκέντρωσες· δίκαια ξόδεψέ τα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες