Ὅθεν σκοπῶμεν ἤδη μήπως τῶν ὑπὲρ δύναμιν ἐφιέμενοι καὶ τῶν μετρίων ἀποτύχοιμεν μηδὲ τὸν κώνωπα διυλίζοντες τὴν κάμηλον καταπίνωμεν ἢ καὶ τὰ κάρφη ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ἀδελφῶν ἐξαίρειν δοκιμάζοντες αὐτοὶ τὴν δοκὸν ἐπὶ τῶν ὀφθαλμῶν μὴ δοκοῦντες φέρωμεν, τὸ δὴ λεγόμενον, ἐξ ὧν συναναστρεφόμεθα καὶ συνεσθίομεν ὧδε κἀκεῖσε καταγινωσκόμενοι. ‛ὁ δεῖνα‚, φησί, ‛ψευδῶς ἐξηγόρευκε, κρύπτων τὸ αἴσχιστον αὐτοῦ ἁμάρτημα· καὶ ἄλλος, κρύψας τὸ ἀσέβημα, ἕτερα ἀνθ᾽ ἑτέρων ἐξηγεῖται. καὶ πῶς ὁ δῆθεν ἰατρεύων δύναται φάναι θεραπείας τούσδε τετυχηκέναι;‚ οὐ πιστευτέον, ὦ τᾶν, ἀλλὰ καὶ λίαν κατηγορητέον· οὐδεὶς γὰρ αὐθαιρέτως ἴων πρὸς ἴασιν μὴ οὐχὶ ἀπογυμνοῦν τὸ οἰκεῖον πάθος αἱρήσεται. εἰ δὲ καί ποι ἄληθες, οὐχ ἡμῶν τὸ κρίνειν, ἀλλὰ θεοῦ τοῦ ἐφορῶντος· φησὶ γάρ· τὰ μὲν φανερὰ θεῷ καὶ ἡμῖν, τὰ δὲ κρυπτὰ Κυρίῳ τῷ θεῷ σου· σὺ δὲ τί κρίνεις τὸν ἀδελφόν σου ἢ καὶ σὺ τί ἐξουθενεῖς τὸν ἰητῆρα; πάντες γὰρ παραστησόμεθα τῷ βήματι τοῦ Χριστοῦ, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν· καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἢ τοὐναντίον. ‛Πάντες‚, φησίν, ‛ὑπερβάθμιον ἐκτείνουσι πόδα καὶ τῶν οὐ παρακεχωρημένων κατατολμῶσιν καὶ τοῖς ὑψηλοτέροις ἐπεκτείνονται‚.
Μετάφραση
Επομένως, ας προσέξουμε πλέον μήπως, επιθυμώντας όσα υπερβαίνουν τις δυνάμεις μας, αποτύχουμε να καταφέρουμε και τα μέτρια, και μήπως, διυλίζοντας τον κώνωπα, καταπίνουμε την κάμηλο, ή, προσπαθώντας να βγάλουμε την ακίδα από τα μάτια των αδελφών μας, δεν αντιλαμβανόμαστε ότι οι ίδιοι φέρουμε το δοκάρι στα δικά μας μάτια, κατακρινόμενοι, όπως λέγεται, από εκείνους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε και συντρώγουμε εδώ κι εκεί. «Ο τάδε», λέει, «εξομολογήθηκε ψευδώς, κρύβοντας το πιο αισχρό του αμάρτημα· και ένας άλλος, αφού έκρυψε το ασέβημά του, εξιστορεί άλλα αντ' άλλων. Και πώς μπορεί αυτός που δήθεν θεραπεύει να πει ότι αυτοί έχουν επιτύχει τη θεραπεία;». Δεν πρέπει να τα πιστεύουμε αυτά, καλέ μου, αλλά αντιθέτως να τα κατακρίνουμε εντονότατα· διότι κανείς, όταν πηγαίνει με τη θέλησή του για θεραπεία, δεν θα επιλέξει να μην αποκαλύψει το δικό του πάθος. Εάν όμως τυχόν και είναι αλήθεια, δεν εναπόκειται σε εμάς να κρίνουμε, αλλά στον Θεό που τα επιβλέπει όλα· διότι λέει η Γραφή: τα μεν φανερά ανήκουν στον Θεό και σε εμάς, ενώ τα κρυπτά στον Κύριο τον Θεό σου· εσύ λοιπόν γιατί κρίνεις τον αδελφό σου ή γιατί εξουθενώνεις τον θεραπευτή; Διότι όλοι θα παρασταθούμε στο βήμα του Χριστού, ο Οποίος και θα φωτίσει τα κρυπτά του σκότους και θα φανερώσει τις βουλές των καρδιών· και τότε ο καθένας θα λάβει τον έπαινο από τον Θεό ή το αντίθετο. «Όλοι», λέει, «απλώνουν το πόδι τους πέρα από τα όριά τους, αποτολμούν όσα δεν τους έχουν παραχωρηθεί και επεκτείνονται σε όσα τους υπερβαίνουν».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες