ἔθηκεν εἰς αὐτὴν διάνοιαν, λογισμούς, θέλημα, νοῦν ἡγεμόνα, ἐνθρονίσας ἐν αὐτῇ καὶ ἄλλην τινὰ πολλὴν †ἔχουσα ἐν αὐτῇ† λεπτότητα. ἐποίησεν αὐτὴν εὐκίνητον, εὔπτερον, ἄκοπον τὸ ἐν ῥοπῇ ἔρχεσθαι καὶ τοῖς φρονήμασιν διακονεῖν αὐτῷ ἔνθα τὸ πνεῦμα βούλεται, καὶ ἁπαξαπλῶς ἔκτισεν αὐτὴν τοιαύτην τοῦ γενέσθαι αὐτὴν νύμφην καὶ κοινωνικὴν ἑαυτοῦ, τοῦ αὐτὸν μετ᾽ αὐτῆς κεκρᾶσθαι καὶ εἰς «ἓν πνεῦμα» μετ᾽ αὐτοῦ αὐτὴν γενέσθαι, ὥς φησιν· «ὁ κολλώμενος τῷ κυρίῳ» εἰς «ἓν πνεῦμά ἐστιν».}} Οὔτε γὰρ σοφοὶ διὰ τῆς σοφίας οὔτε φρόνιμοι διὰ τῆς φρονήσεως αὐτῶν ἠδυνήθησαν καταλαβεῖν ψυχῆς λεπτότητα ἢ εἰπεῖν περὶ αὐτῆς ὡς ἔστιν, εἰ μὴ μόνον οἷς διὰ τοῦ πνεύματος ἀποκαλύπτεται ἡ κατάληψις καὶ γνῶσις ἀκριβὴς περὶ ψυχῆς γνωρίζεται. ἀλλ᾽ ἐνταῦθα θεώρει καὶ διάκρινον καὶ συνετῶς ἄκουσον· οὗτος θεὸς αὕτη οὐ θεός, οὗτος κύριος αὕτη δούλη, οὗτος κτίστης αὕτη κτίσμα, οὗτος ποιητὴς αὕτη ποίημα. οὐδὲν κοινὸν τῆς αὐτοῦ καὶ αὐτῆς φύσεως τυγχάνει, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄπειρον καὶ ἄρρητον καὶ ἀνεννόητον ἀγάπην καὶ εὐσπλαγχνίαν αὐτοῦ ηὐδόκησε τοιοῦτον ποίημα καὶ κτίσμα νοερὸν καὶ τίμιον καὶ ἐξαίρετον ποιῆσαι, ὥς φησιν ἡ γραφή· «εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων», εἰς τὴν ἑαυτοῦ συνάφειαν καὶ τὴν ἑαυτοῦ κοινωνίαν, εἰς ἴδιον «κατοικητήριον», εἰς ἰδίαν τιμίαν καὶ καθαρὰν νύμφην.
Μετάφραση
Έθεσε μέσα σε αυτήν διάνοια, λογισμούς, θέλημα, κυρίαρχο νου, ενθρονίζοντας σε αυτήν και κάποια άλλη μεγάλη λεπτότητα. Την έκανε ευκίνητη, ταχύπτερη, ακούραστη στο να κινείται ακαριαία και να Τον διακονεί με τα φρονήματά της όπου το Πνεύμα θέλει, και απλούστατα την έκτισε τέτοια, ώστε να γίνει νύμφη και κοινωνός Του, ώστε Εκείνος να ενωθεί μαζί της και να γίνει αυτή «ένα πνεύμα» μαζί Του, όπως λέει η Γραφή: «εκείνος που προσκολλάται στον Κύριο είναι ένα πνεύμα». Διότι ούτε οι σοφοί με τη σοφία τους ούτε οι συνετοί με τη σύνεσή τους μπόρεσαν να κατανοήσουν τη λεπτότητα της ψυχής ή να πουν πώς πραγματικά είναι, παρά μόνο εκείνοι στους οποίους αποκαλύπτεται μέσω του Πνεύματος η κατανόηση και στους οποίους φανερώνεται η ακριβής γνώση περί της ψυχής. Όμως εδώ, παρατήρησε, διάκρινε και άκουσε με σύνεση: Αυτός είναι Θεός, αυτή δεν είναι Θεός· Αυτός είναι Κύριος, αυτή είναι δούλη· Αυτός είναι Κτίστης, αυτή είναι κτίσμα· Αυτός είναι Ποιητής, αυτή είναι ποίημα. Δεν υπάρχει απολύτως τίποτα κοινό μεταξύ της δικής Του και της δικής της φύσης, αλλά εξαιτίας της άπειρης, άρρητης και ασύλληπτης αγάπης και ευσπλαχνίας Του, ευδόκησε να δημιουργήσει ένα τέτοιο ποίημα και κτίσμα νοερό, τίμιο και εξαίρετο, όπως λέει η Γραφή: «για να είμαστε εμείς μια κάποια απαρχή των κτισμάτων Του», για τη δική Του συνάφεια και κοινωνία, για δικό Του «κατοικητήριο», για δική Του τίμια και καθαρή νύμφη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες