Παρακάλει ὀλιγωροῦντας· συμπάθησον ἀσθενοῦντας. Δὸς ποτήριον ψυχροῦ διψῶντι· δὸς κλάσμα ἄρτου πεινῶντι. Ἐξ ὧν ἔχεις, ἐξ ὧν αὐτός σοι ἐχαρίσατο, πρόσφερε αὐτῷ· καὶ γὰρ τὰ δύο λεπτὰ τῆς χήρας οὐκ ἀπεβάλλετο ὁ Χριστός. Τί δὲ καὶ ᾐτήσατο Ἠλιοὺ παρὰ τῆς χήρας; Οὐχὶ ὀλίγον ὕδωρ εἰς ἄγγος, καὶ ψωμὸν ἄρτου; Καὶ ἀναστὰς Ἠλίας ἐπορεύθη εἰς Σαρεπτὰ τῆς Σιδῶνος καὶ ἤγγισεν εἰς τὸν πυλῶνα τῆς πόλεως· καὶ ἰδοὺ χήρα γυνὴ συλλέγουσα ξύλα. Καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιού, καὶ εἶπε· λήψῃ δή μοι ὀλίγον ὕδωρ εἰς ἄγγος, καὶ πίομαι. Καὶ ἐπορεύθη λαβεῖν, καὶ ἐβόησεν ὀπίσω αὐτῆς Ἠλιού, καὶ εἶπε· λήψῃ δή μοι καὶ ψωμὸν ἄρτου ἐν τῇ χειρί σου.
Μετάφραση
Παρηγόρησε αυτούς που αποθαρρύνονται· συμπόνεσε αυτούς που ασθενούν. Δώσε ένα ποτήρι κρύο νερό σε αυτόν που διψά· δώσε ένα κομμάτι ψωμί σε αυτόν που πεινά. Από αυτά που έχεις, από αυτά που Εκείνος σου χάρισε, πρόσφερέ Του· διότι και τα δύο λεπτά της χήρας δεν τα απέρριψε ο Χριστός. Και τι ζήτησε ο Ηλίας από τη χήρα; Όχι λίγο νερό σε ένα δοχείο και ένα κομμάτι ψωμί; Και σηκώθηκε ο Ηλίας και πήγε στα Σάρεπτα της Σιδώνας και πλησίασε στην πύλη της πόλης· και ιδού, μια χήρα γυναίκα μάζευε ξύλα. Και φώναξε πίσω της ο Ηλίας και είπε: φέρε μου λίγο νερό σε ένα δοχείο για να πιω. Και καθώς πήγαινε να το πάρει, φώναξε πίσω της ο Ηλίας και είπε: φέρε μου και ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι σου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες