Ἡ χήρα δὲ ἀκούσασα τὴν φωνὴν τοῦ Προφήτου ὑπέσχετο δοῦναι αὐτῷ ὕδωρ, ὅπερ ᾔτησεν. Ὡς δὲ ἀπῄει ἐκβαλεῖν, ἔτι ἔφησεν Ἠλίας πρὸς αὐτήν· λήψῃ δή μοι ἐν τῇ χειρί σου καὶ ψωμόν, ἵνα φάγωμαι. Ἡ δὲ εὐθέως ἐβόησε πρὸς Ἠλίαν· ζῇ Κύριος ὁ Θεός, εἰ ἔστι μοι ἐγκρυφίας, ἀλλ᾽ ἢ ὅσον δρὰξ ἀλεύρου τῷ ὄντι ἐν τῇ ὑδρίᾳ μου, ὡσαύτως δὲ καὶ ἔλαιον ὀλίγον ἐν τῷ καμψάκῃ· διὸ ταῦτα συνελεξάμην τὰ ξυλάρια τοῦ ποιῆσαι ἐμοὶ καὶ τῷ τέκνῳ μου, καὶ φαγόμεθα, καὶ ἀποθανοῦμεν.
Μετάφραση
Η χήρα, ακούγοντας τη φωνή του Προφήτη, υποσχέθηκε να του δώσει νερό, όπως της ζήτησε. Και καθώς έφευγε για να βγάλει το νερό, της είπε ακόμη ο Ηλίας: Πάρε, σε παρακαλώ, στο χέρι σου και ένα κομμάτι ψωμί για μένα, για να φάω. Εκείνη τότε αμέσως αναφώνησε προς τον Ηλία: Ζει Κύριος ο Θεός, δεν έχω ψημένο ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα αλεύρι που βρίσκεται μέσα στο δοχείο μου, καθώς επίσης και λίγο λάδι μέσα στο κανατάκι. Γι' αυτό μάζεψα αυτά τα ξυλαράκια, για να το ετοιμάσω για εμένα και το παιδί μου, και θα φάμε, και θα πεθάνουμε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες