Εἵλατο γὰρ μᾶλλον ἀνομβρίαν βαστάσαι πολυχρόνιον, ἢ τὸν ὀμβροφόρον δανεῖσαι λόγον. Τί οὖν ὁ πάνσοφος Κύριος; Ὡς εἶδεν αὐτὸν προσμένοντα τῇ σκληρίᾳ, ἄλλην πραγματείαν μετέρχεται ἰσχυροτέραν τῆς πρώτης. Ποίαν ταύτην· Ξηραίνει τὸν ποταμὸν, συστέλλει τοὺς κόρακας, βάλλει φωνὴν πρὸς αὐτόν· Πορεύου εἰς Σάρεπτα τῆς Σιδωνίας· ἰδοὺ ἐντελοῦμαι γυναικὶ χήρᾳ τοῦ διατρέφειν σε ἐκεῖ. Ὁρᾷς πῶς ἔσπευδεν εἰς συμπάθειαν αὐτὸν κλῖναι ὁ Κύριος; Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς οἶκον ἀρχοντικὸν, ἢ εἰς βασιλικὸν, ἢ εἰς εὔπορόν τινα γυναῖκα, ἀλλὰ πρὸς χήραν ἐνδεομένην, ὅπως κἂν οὕτω καμφθῇ πρὸς συμπάθειαν.
Μετάφραση
Διότι προτίμησε να υπομείνει μακροχρόνια ανομβρία, παρά να προσφέρει τον ομβροφόρο λόγο. Τι έκανε λοιπόν ο πάνσοφος Κύριος; Όταν τον είδε να εμμένει στη σκληρότητά του, μετήλθε άλλη μέθοδο, ισχυρότερη από την πρώτη. Ποια είναι αυτή; Ξηραίνει τον ποταμό, αποσύρει τους κόρακες και του απευθύνει τον λόγο: «Πορεύσου στα Σάρεπτα της Σιδωνίας· ιδού, έχω δώσει εντολή σε μια χήρα γυναίκα να σε τρέφει εκεί». Βλέπεις πώς έσπευδε ο Κύριος να τον στρέψει προς την ευσπλαχνία; Διότι δεν τον έστειλε σε αρχοντικό οίκο, ούτε σε βασιλικό, ούτε σε κάποια εύπορη γυναίκα, αλλά σε μια ενδεή χήρα, ώστε έστω και με αυτόν τον τρόπο να καμφθεί προς την ευσπλαχνία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες