Διὰ τοῦτο προσευχήν, οἶμαι, ταύτην κέκληκε τὴν διδασκαλίαν ὁ λόγος, ὡς αἴτησιν ἔχουσαν τῶν ἀνθρώποις κατὰ χάριν ἐκ θεοῦ διδομένων δώρων· οὕτω γὰρ οἱ θεόπνευστοι πατέρες ἡμῶν ὁριστικῶς περὶ τῆς προσευχῆς διεξῆλθον, φήσαντες εἶναι τὴν προσευχὴν αἴτησιν ὧν θεὸς πρεπόντως ἑαυτῷ δωρεῖσθαι πέφυκεν ἀνθρώποις, ὥσπερ καὶ τὴν εὐχὴν ὑπόσχεσιν ἤγουν ἐπαγγελίαν ὧν γνησίως λατρεύοντες θεῷ προσκομίζουσιν ἄνθρωποι, τὴν Γραφὴν μαρτυροῦσαν τῷ οἰκείῳ λόγῳ πολλαχῶς παραστήσαντες, ὡς τὸ Εὔξασθε καὶ ἀπόδοτε κυρίῳ τῷ θεῷ ἡμῶν καὶ Ὅσα ηὐξάμην, ἀποδώσω σοι σωτῆρί μου τῷ κυρίῳ περὶ τῆς εὐχῆς εἰρημένον, καὶ αὖθις περὶ προσευχῆς, ὡς τὸ Καὶ προσηύξατο Ἄννα πρὸς κύριον λέγουσα· «Κύριε, Ἀδωναΐ, Ἐλωῒ Σαβαώθ, ἐὰν εἰσακούων εἰσακούσῃς τῆς δούλης σου καὶ δῷς μοι καρπὸν κοιλίας» καὶ Προσηύξατο Ἐζεκίας βασιλεὺς Ἰούδα καὶ Ἡσαΐας υἱὸς Ἀμὼς ὁ προφήτης πρὸς κύριον καὶ τὸ Ὅταν ὑμεῖς προσεύχησθε, λέγετε· «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» παρὰ τοῦ κυρίου τοῖς μαθηταῖς εἰρημένον, ὡς εἶναι δύνασθαι τὴν μὲν εὐχὴν ἐντολῶν τήρησιν, κατὰ γνώμην πράξει τοῦ ηὐγμένου κεκυρωμένην, τὴν δὲ προσευχὴν τῆς πρὸς τὰ ῥηθέντα καλὰ τοῦ τετηρηκότος μεταποιήσεως αἴτησιν, ἢ μᾶλλον, τὴν μὲν εὐχὴν ἀρετῆς ἆθλον, ὃ δὴ μάλιστα προσφιλῶς δέχεται θεὸς προσκομιζόμενον, τὴν δὲ προσευχὴν ἀρετῆς ἔπαθλον, ὃ δὴ μάλιστα χαίρων θεὸς ἀντιδίδωσιν.
Μετάφραση
Γι' αυτόν τον λόγο, νομίζω, ο λόγος ονόμασε αυτή τη διδασκαλία «προσευχή», επειδή περιέχει το αίτημα για τα δώρα που δίνονται στους ανθρώπους από τον Θεό κατά χάρη. Διότι έτσι ακριβώς προσδιόρισαν οι θεόπνευστοι πατέρες μας την έννοια της προσευχής, λέγοντας ότι η προσευχή είναι το αίτημα για εκείνα τα οποία ο Θεός, όπως Του αρμόζει, από τη φύση Του δωρίζει στους ανθρώπους, όπως, αντίστοιχα, προσδιόρισαν και την «ευχή» ως υπόσχεση, δηλαδή εξαγγελία εκείνων των πραγμάτων που οι άνθρωποι, λατρεύοντας γνήσια τον Θεό, Του προσφέρουν. Μάλιστα, παρουσίασαν την Αγία Γραφή να επιβεβαιώνει με πολλούς τρόπους τα λεγόμενά τους, όπως το χωρίο «Τάξτε (κάντε ευχές) και αποδώστε στον Κύριο τον Θεό μας» και το «Όσα ευχήθηκα, θα τα αποδώσω σε Σένα, τον Σωτήρα μου Κύριο», τα οποία έχουν ειπωθεί σχετικά με την ευχή. Και πάλι, σχετικά με την προσευχή, παρέθεσαν το «Και προσευχήθηκε η Άννα προς τον Κύριο λέγοντας: "Κύριε, Αδωναΐ, Ελωΐ Σαβαώθ, εάν πράγματι εισακούσεις τη δούλη σου και μου δώσεις καρπό κοιλίας"» και το «Προσευχήθηκε ο Εζεκίας, ο βασιλιάς του Ιούδα, και ο Ησαΐας ο γιος του Αμώς, ο προφήτης, προς τον Κύριο», καθώς και το «Όταν εσείς προσεύχεστε, να λέτε: "Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς"», το οποίο ειπώθηκε από τον Κύριο προς τους μαθητές Του. Έτσι, συνάγεται ότι η μεν ευχή είναι η τήρηση των εντολών, η οποία επικυρώνεται εμπράκτως σύμφωνα με την προαίρεση εκείνου που έδωσε την ευχή, ενώ η προσευχή είναι το αίτημα εκείνου που τις έχει τηρήσει για τη μεταμόρφωσή του προς τα προαναφερθέντα αγαθά· ή καλύτερα, η μεν ευχή είναι ο άθλος της αρετής, τον οποίο ο Θεός δέχεται με μεγάλη ευαρέσκεια όταν Του προσφέρεται, ενώ η προσευχή είναι το έπαθλο της αρετής, το οποίο ο Θεός με μεγάλη χαρά ανταποδίδει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες