Εἰ γὰρ δεῖ μὴ μακροὺς ἀποτείνειν λόγους, καὶ συνεχῶς εὔχεσθαι, ἐναντίον τοῦτο ἐκείνου. Ἀλλ᾽ οὐκ ἔστιν ἐναντίον, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ καὶ σφόδρα συμβαῖνον. Καὶ γὰρ καὶ ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Παῦλος βραχείας καὶ πυκνὰς ποιεῖσθαι τὰς εὐχὰς ἐκέλευσαν ἐξ ὀλίγων διαλειμμάτων. Ἂν μὲν γὰρ εἰς μῆκος ἐκτείνῃ τὸν λόγον, ὀλιγωρήσας πολλάκις, πολλὴν ἔδωκας τὴν ἄδειαν τῷ διαβόλῳ προσελθεῖν, καὶ ὑποσκελίσαι, καὶ τὴν διάνοιαν ἀπαγαγεῖν τῶν λεγομένων· ἂν δὲ συνεχεῖς καὶ πυκνὰς ποιῇς τὰς εὐχὰς, τὸν καιρὸν ἅπαντα τῇ πυκνότητι διαλαμβάνων, δυνήσῃ σωφρονεῖν εὐκόλως, αὐτάς τε τὰς εὐχὰς μετὰ πολλῆς ποιήσῃ τῆς νήψεως. Ὃ δὴ καὶ αὕτη ἐποίει, οὐ μακροὺς ἀποτείνουσα λόγους, ἀλλὰ συχνῶς καὶ πυκνότερον προσιοῦσα τῷ Θεῷ. Εἶτα ἐπειδὴ ἐπεστόμισεν αὐτὴν ὁ ἱερεύς· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ, Ἐφύλασσε τὸ στόμα αὐτῆς, καὶ τὰ χείλη αὐτῆς ἐκινεῖτο, φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο· ἐβιάσατο καὶ ὑπακοῦσαι τῷ ἱερεῖ, καὶ τῆς εὐχῆς ἀποστῆναι. Ἐπεστόμιστο οὖν αὐτῆς ἡ φωνὴ, οὐκ ἐπεστόμιστο δὲ ἡ παῤῥησία, ἀλλὰ μειζόνως ἡ καρδία ἔνδον ἐβόα. Τοῦτο γάρ ἐστι μάλιστα εὐχὴ, ὅταν ἔνδον αἱ βοαὶ ἀναφέρωνται· τοῦτο μάλιστα ψυχῆς πεπονημένης, μὴ τῷ τόνῳ τῆς φωνῆς, ἀλλὰ τῇ προθυμίᾳ τῆς διανοίας τὴν εὐχὴν ἐπιδείκνυσθαι.
Μετάφραση
Διότι, εάν πρέπει να μην εκτείνουμε τους λόγους σε μάκρος αλλά να προσευχόμαστε συνεχώς, το ένα ίσως φαίνεται αντίθετο στο άλλο. Όμως δεν είναι αντίθετο, μη γένοιτο, αλλά μάλιστα βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία. Διότι και ο Χριστός και ο Παύλος παρακίνησαν να κάνουμε σύντομες και συχνές προσευχές, με μικρά διαλείμματα. Διότι, εάν εκτείνεις σε μάκρος τον λόγο, επειδή πολλές φορές θα χαλαρώσει η προσοχή σου, δίνεις μεγάλη ευκαιρία στον διάβολο να σε πλησιάσει, να σε παγιδεύσει και να απομακρύνει τον νου σου από τα λεγόμενα· εάν όμως κάνεις συνεχείς και συχνές προσευχές, καλύπτοντας όλο τον χρόνο με αυτή τη συχνότητα, θα μπορέσεις εύκολα να διατηρήσεις την εγρήγορσή σου, και αυτές τις ίδιες τις προσευχές θα τις κάνεις με πολλή νήψη. Αυτό ακριβώς έκανε και εκείνη, χωρίς να παρατείνει σε μάκρος τους λόγους, αλλά προσερχόμενη στον Θεό συχνά και επανειλημμένα. Έπειτα, επειδή της επέβαλε σιωπή ο ιερέας –διότι αυτό σημαίνει το, «Παρατηρούσε το στόμα της, και τα χείλη της κινούνταν, η φωνή της όμως δεν ακουγόταν»– αναγκάστηκε και να υπακούσει στον ιερέα και να σταματήσει την προσευχή. Είχε σιγήσει λοιπόν η φωνή της, δεν είχε όμως σιγήσει η παρρησία της, αλλά η καρδιά της φώναζε εσωτερικά με μεγαλύτερη δύναμη. Διότι αυτό είναι κατεξοχήν προσευχή, όταν οι κραυγές αναπέμπονται εσωτερικά· αυτό είναι γνώρισμα προπάντων μιας πονεμένης ψυχής, το να εκφράζει την προσευχή όχι με την ένταση της φωνής, αλλά με την προθυμία και τη ζέση του νου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες