Διὰ τοῦτο καὶ ἡ γυνὴ ἐν ταῖς Βασιλείαις ὅτε ηὔχετο κράζουσα, ὁ ἱερεὺς ἐφίμωσε τὸ στόμα αὐτῆς, ἡγησάμενος αὐτὴν, ὅτι ἐμέθυεν· καὶ ὅμως ἐκείνη, τῷ νοῒ εὐχομένη, καὶ εἰσηκούσθη, καὶ ἔτεκε τὸν Σαμουήλ. Διὰ τοῦτο καὶ σὺ τί εὐχόμενος κράζεις, ὡς τοῦ Θεοῦ μὴ ἀκούοντος; Ἄκουε τοῦ λέγοντος, ὅτι Ὁ φυτεύσας τὸ οὖς οὐχὶ ἀκούει; Εἰ μὲν γὰρ σὺ ἔχων ὦτα ἀκούεις, πόσῳ μᾶλλον ὁ ποιητὴς ὤτων; Διὰ τοῦτο παρὰ Κυρίῳ μὴ εὐχόμενοι κράζωμεν, ὡς τοῦ Θεοῦ μὴ ἀκούοντος· καὶ γὰρ σιωπώντων ὁ Θεὸς ἀκούει.
Μετάφραση
Γι' αυτό και η γυναίκα στα βιβλία των Βασιλειών, όταν προσευχόταν κραυγάζοντας, ο ιερέας της έκλεισε το στόμα, θεωρώντας ότι ήταν μεθυσμένη· και όμως εκείνη, επειδή προσευχόταν νοερώς, εισακούστηκε και γέννησε τον Σαμουήλ. Γι' αυτό και εσύ, γιατί κραυγάζεις όταν προσεύχεσαι, σαν να μην ακούει ο Θεός; Άκουσε εκείνον που λέει: «Αυτός που φύτεψε το αυτί, δεν ακούει;» Διότι, εάν εσύ που έχεις αυτιά ακούς, πόσο μάλλον ο Δημιουργός των αυτιών; Γι' αυτό, όταν προσευχόμαστε στον Κύριο, ας μην κραυγάζουμε σαν να μην ακούει ο Θεός· διότι ο Θεός ακούει και αυτούς που σιωπούν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες