βʹ. Μὴ τοίνυν ἀμελῶμεν, μηδὲ ἀναβαλλώμεθα, κἂν πένητες ὦμεν καὶ εἰς ἐσχάτην καταπεπτωκότες ἔνδειαν. Οὐδὲ γὰρ χρήματά ἐστι καταβαλεῖν, ἵνα πενίαν προβαλλώμεθα. Οὐ γὰρ ἀργύριον οὗτος ὁ ἰατρὸς ἀπαιτεῖ τὸν μισθὸν, ἀλλὰ δάκρυα, καὶ εὐχὰς, καὶ πίστιν. Κἂν ταῦτα ἔχων πρὸς αὐτὸν ἔλθῃς, λήψῃ πάντως, ὅπερ ἂν αἰτήσῃς, καὶ ἀπελεύσῃ μετὰ πολλῆς τῆς εὐφροσύνης. Καὶ τοῦτο μὲν πολλαχόθεν ἔξεστι μαθεῖν, οὐχ ἥκιστα δὲ καὶ ἀπὸ τῆς γυναικὸς ταύτης· οὐ γὰρ χρυσίον καὶ ἀργύριον καταβαλοῦσα, ἀλλ᾽ εὐχὴν καὶ πίστιν καὶ δάκρυα, ὅπερ ᾔτησε λαβοῦσα, οὕτως ἀπῆλθε. Μὴ τοίνυν νομίζωμεν ἀκερδὲς ἡμῖν εἶναι τὸ διήγημα· Ταῦτα γὰρ ἐγράφη, φησὶ, πρὸς νουθεσίαν ἡμῶν, εἰς οὓς τὰ τέλη τῶν αἰώνων κατήντησεν· ἀλλὰ προσέλθωμεν αὐτῇ, καὶ μάθωμεν, πῶς ἐλύθη τὸ νόσημα, καὶ τί μετὰ τὸ λυθῆναι πάλιν ἐποίησε, καὶ πῶς ἐχρήσατο τῷ δοθέντι δώρῳ παρὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκάθισε, φησὶ, καὶ ἐθήλασε τὸν Σαμουήλ.
Μετάφραση
βʹ. Ας μην αμελούμε, λοιπόν, ούτε να αναβάλλουμε, έστω κι αν είμαστε φτωχοί και έχουμε περιπέσει σε έσχατη ένδεια. Διότι δεν απαιτείται να καταβάλουμε χρήματα, ώστε να προβάλουμε ως δικαιολογία τη φτώχεια μας. Επειδή αυτός ο Ιατρός δεν απαιτεί χρήματα ως αμοιβή, αλλά δάκρυα, προσευχές και πίστη. Και αν προσέλθεις σε Αυτόν έχοντας αυτά, θα λάβεις οπωσδήποτε ό,τι και αν ζητήσεις, και θα αναχωρήσεις με πολλή ευφροσύνη. Και αυτό είναι δυνατόν να το διδαχθούμε από πολλά παραδείγματα, και προπάντων από αυτήν εδώ τη γυναίκα· διότι, χωρίς να καταβάλει χρυσό και άργυρο, αλλά προσευχή, πίστη και δάκρυα, έλαβε αυτό που ζήτησε και αναχώρησε. Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι η διήγηση αυτή είναι χωρίς όφελος για εμάς. «Διότι αυτά γράφτηκαν», λέει, «προς νουθεσία δική μας, στους οποίους έχουν φθάσει τα τέλη των αιώνων»· αλλά ας την πλησιάσουμε, και ας μάθουμε πώς θεραπεύτηκε η ασθένεια, και τι έπραξε πάλι μετά τη θεραπεία, και πώς διαχειρίστηκε το δώρο που της δόθηκε από τον Θεό. Κάθισε, λέει, και θήλασε τον Σαμουήλ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες