Ἴστε δὲ ὡς τῇ φύσει καὶ καθ᾽ ἑαυτὸ τὸ πρᾶγμα ἀφόρητόν ἐστι ταῖς γυναιξίν· ὅταν δὲ καὶ ἀντίζηλος προσῇ παῖδας ἔχουσα, πολλῷ χαλεπώτερον γίνεται· ἐν γὰρ τῇ τῆς γυναικὸς ἐκείνης εὐπραγίᾳ τὴν οἰκείαν ἀκριβέστερον καταμανθάνει συμφοράν· καθάπερ οὖν καὶ οἱ πενίᾳ συζῶντες ἐσχάτῃ, τότε ὀδυνῶνται μειζόνως, ὅταν ἐννοήσωσι τοὺς πλουτοῦντας. Καὶ οὐ τοῦτο μόνον ἦν τὸ δεινὸν, ὅτι παῖδας αὕτη μὲν οὐκ εἶχεν, ἐκείνη δὲ εἶχεν, ἀλλ᾽ ὅτι καὶ ἀντίζηλος ἦν, καὶ οὐχ ὅτι ἀντίζηλος ἦν μόνον, ἀλλ᾽ ὅτι παρώργιζεν αὐτὴν διὰ τὸ ἐξουθενεῖν αὐτήν. Ὁ δὲ Θεὸς ταῦτα πάντα ὁρῶν ἠνείχετο, καὶ Οὐκ ἔδωκεν αὐτῇ Κύριος, φησὶ, παιδίον κατὰ τὴν θλίψιν αὐτῆς, καὶ κατὰ τὴν ἀθυμίαν τῆς ψυχῆς αὐτῆς. Τί ἐστι, Κατὰ τὴν θλίψιν αὐτῆς; Οὐκ ἔστιν εἰπεῖν, φησὶν, ὅτι πράως ὁρῶν φέρουσαν τὴν συμφορὰν, ἐπεῖχεν αὐτῆς τὴν τόκον, ἀλλὰ καίτοι διακοπτομένην ὁρῶν, ὀδυνωμένην, θλιβομένην, οὐκ ἔλυσε τὴν ἀθυμίαν, ἕτερόν τι πολλῷ μεῖζον οἰκονομῶν. Ταῦτα μὴ παρέργως ἀκούωμεν, ἀλλὰ καὶ ἐντεῦθεν μάθωμεν μεγίστην φιλοσοφίαν, καὶ ἐπειδὰν δεινῷ τινι περιπέσωμεν, κἂν ἀλγῶμεν, κἂν ὀδυρώμεθα, κἂν ἀφόρητον ἡμῖν εἶναι δοκῇ τὸ κακὸν, μὴ σπεύδωμεν, μηδὲ ἀλύωμεν, ἀλλ᾽ ἀναμένωμεν τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν. Ἐκεῖνος γὰρ οἶδε σαφῶς πότε δεῖ λῦσαι τὸ ποιοῦν τὴν ἀθυμίαν ἡμῖν· ὅπερ οὖν καὶ ἐπὶ ταύτης συνέβη.
Μετάφραση
Γνωρίζετε δε ότι, από τη φύση του και καθ' εαυτό, το γεγονός αυτό είναι αφόρητο για τις γυναίκες· όταν μάλιστα υπάρχει και αντίζηλος που έχει παιδιά, γίνεται πολύ πιο οδυνηρό. Διότι μέσα στην ευτυχία εκείνης της γυναίκας, συνειδητοποιεί με μεγαλύτερη ακρίβεια τη δική της συμφορά. Όπως ακριβώς και εκείνοι που ζουν σε έσχατη πενία, τότε οδυνώνται περισσότερο, όταν αναλογίζονται τους πλουσίους. Και δεν ήταν μόνο αυτό το φοβερό, ότι δηλαδή η μία δεν είχε παιδιά, ενώ η άλλη είχε, αλλά ότι ήταν και αντίζηλός της· και όχι μόνο επειδή ήταν αντίζηλος, αλλά επειδή την εξόργιζε με το να την εξουθενώνει. Ο δε Θεός, αν και τα έβλεπε όλα αυτά, τα ανεχόταν, και «δεν της έδωσε ο Κύριος», λέει η Γραφή, «παιδί σύμφωνα με τη θλίψη της και σύμφωνα με την αθυμία της ψυχής της». Τι σημαίνει: «Σύμφωνα με τη θλίψη της»; Δεν μπορεί να πει κανείς, εξηγεί, ότι επειδή την έβλεπε να υπομένει τη συμφορά με πραότητα, καθυστερούσε την τεκνοποιία της, αλλά, αν και την έβλεπε να συντρίβεται, να οδυνάται, να θλίβεται, δεν απομάκρυνε την αθυμία της, επειδή οικονομούσε κάτι άλλο πολύ μεγαλύτερο. Αυτά ας μην τα ακούμε επιφανειακά, αλλά ας διδαχθούμε από αυτά τη μέγιστη φιλοσοφία, και όταν περιπέσουμε σε κάποιο δεινό, έστω κι αν πονάμε, έστω κι αν οδυρόμαστε, έστω κι αν το κακό μας φαίνεται αφόρητο, ας μην βιαζόμαστε ούτε να αδημονούμε, αλλά ας αναμένουμε την πρόνοια του Θεού. Διότι Εκείνος γνωρίζει σαφώς πότε πρέπει να απομακρύνει αυτό που μας προκαλεί την αθυμία· πράγμα που συνέβη εξάλλου και στην περίπτωσή της.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες