δʹ. Ὅταν οὖν ἀκούσῃς τῆς Γραφῆς λεγούσης, Ὅτι ἀπέκλεισε τὰ περὶ τὴν μήτραν αὐτῆς, καὶ ὅτι παρώργιζεν αὐτὴν ἡ ἀντίζηλος αὐτῆς, ἐννόησον ὅτι τὴν φιλοσοφίαν δεῖξαι βούλεται τῆς γυναικός. Σκόπει γάρ· Εἶχε τὸν ἄνδρα δεδουλωμένον· ἔλεγε γὰρ πρὸς αὐτήν· Οὐκ ἀγαθός σοι ἐγὼ ὑπὲρ δέκα τέκνα; Καὶ παρώργιζεν αὐτὴν, φησὶν, ἡ ἀντίζηλος αὐτῆς· τουτέστιν, ὠνείδιζεν, ἐφήλλετο· καὶ οὐδέποτε αὐτὴν ἠμύνατο, οὐδὲ κατηύξατο αὐτῆς, οὐδὲ εἶπεν· Ἐπειδὴ ὀνειδίζει μοι ἡ ἀντίζηλος, ἐκδίκησόν με. Εἶχεν ἐκείνη παιδία, ἀλλ᾽ εἶχεν αὕτη τὴν ἀγάπην τὴν τοῦ ἀνδρὸς ἀντίῤῥοπον. Τούτῳ γοῦν αὐτὴν καὶ παρεμυθήσατο λέγων· Οὐκ ἀγαθός σοι ἐγὼ ὑπὲρ δέκα τέκνα;
Μετάφραση
Δ΄. Όταν, λοιπόν, ακούσεις τη Γραφή να λέει ότι έκλεισε τη μήτρα της και ότι την παρόργιζε η αντίζηλός της, αναλογίσου ότι θέλει να αναδείξει τη φιλοσοφία της γυναίκας. Διότι πρόσεξε: Είχε τον άνδρα της αφοσιωμένο σε αυτήν· διότι της έλεγε: «Δεν είμαι εγώ καλύτερος για εσένα από δέκα τέκνα;». Και την παρόργιζε, λέει, η αντίζηλός της· δηλαδή, την ονείδιζε, της επετίθετο· όμως εκείνη ποτέ δεν την αντεκδικήθηκε, ούτε την καταράστηκε, ούτε είπε: «Επειδή με ονειδίζει η αντίζηλός μου, εκδίκησέ με». Είχε εκείνη παιδιά, αλλά τούτη εδώ είχε ως αντιστάθμισμα την αγάπη του άνδρα της. Με αυτό, άλλωστε, την παρηγορούσε λέγοντας: «Δεν είμαι εγώ καλύτερος για εσένα από δέκα τέκνα;».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες