Κακῶς θηρεύων ὁ Σαῦλος ποτὲ καὶ δεινῶς ἐκπορθῶν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ «βλάσφημος ὢν καὶ διώκτης καὶ ὑβριστής», ὡς αὐτὸς περὶ αὐτοῦ γράφων λέγει, καὶ εἰς Δαμασκὸν ἀπιὼν θηρεῦσαι κακῶς ἀντιθηρᾶται καλῶς. Ἀκούσας γὰρ «Σαούλ, Σαούλ, τί με διώκεις;» τυφλοῦται καλῶς ὁ βλέπων κακῶς. Κῆρυξ ἐξάπινα ὁ βλάσφημος γίνεται· ὁ διώκτης ἀπόστολος· ὁ τὸ ποίμνιον τοῦ Χριστοῦ σπαράττων ὡς λύκος Χριστοῦ πρόβατον ἀναδείκνυται καὶ «σκεῦος ἐκλογῆς» ἀπαρτίζεται καὶ «εἰς ἔθνη μακρὰ» τὸ τοῦ Χριστοῦ ὄνομα βαστάζων πορεύεται καὶ πλεῖον τῶν πρὸ αὐτοῦ ἀποστόλων ἐν τῷ εὐαγγελίῳ κοπιῶν οὐ κορέννυται καὶ καθ’ ἡμέραν θνῄσκειν τοῖς πόνοις οὐ παύεται καὶ ἡ τούτου καθ’ ἡμέραν ἐπίστασις ἡ μέριμνα γίνεται πασῶν τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ὁ καλῶς ἐξ ἄνωθεν θηρευθεὶς πολλοὺς θηρεύειν διαγωνίζεται, μεθ’ ὧν καὶ τὸν μέγαν ὡς προέφημεν εἰπόντες ἀντιθηρᾷ Διονύσιον. Ἐστάλησαν ὡς ἰατροὶ φάρμακα μὲν συνήθη καὶ ξυρία φέροντες οὐδαμῶς, «τὴν μάχαιραν δὲ τοῦ Πνεύματος» ἔχοντες. Ἔτεμνον, ἔκαιον, ἐπίπασσον ἱλαρῶς καὶ ψυχὰς μετὰ σωμάτων ὁμοῦ καλῶς ἐθεράπευον. Ἐστάλησαν ὡς γεωργοί, καὶ ὑλομανούσας χώρας ἐμψύχους τῆς ἀσθενείας ἐκάθηραν καὶ «νεώσαντες νεώματα» τῷ ἀρότρῳ τῆς χάριτος τὸν θεῖον λόγον κατέσπειραν.
Μετάφραση
Κυνηγώντας κάποτε με κακό σκοπό ο Σαύλος και καταστρέφοντας φοβερά την εκκλησία του Θεού και «όντας βλάσφημος και διώκτης και υβριστής», όπως ο ίδιος γράφοντας για τον εαυτό του λέει, και πηγαίνοντας στη Δαμασκό για να κυνηγήσει με κακό σκοπό, αλιεύεται ο ίδιος με καλό σκοπό. Διότι, αφού άκουσε «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις;», τυφλώνεται για καλό αυτός που έβλεπε για κακό. Ο βλάσφημος γίνεται ξαφνικά κήρυκας· ο διώκτης, απόστολος· αυτός που σπάρασσε το ποίμνιο του Χριστού σαν λύκος, αναδεικνύεται πρόβατο του Χριστού και καταρτίζεται ως «σκεύος εκλογής» και πορεύεται «σε έθνη μακρινά» βαστάζοντας το όνομα του Χριστού, και κοπιάζοντας για το Ευαγγέλιο περισσότερο από τους αποστόλους που προηγήθηκαν από αυτόν δεν χορταίνει, και δεν παύει να πεθαίνει καθημερινά με τους κόπους, και η καθημερινή του έγνοια γίνεται η μέριμνα για όλες τις εκκλησίες. Και αυτός που αλιεύτηκε καλώς από άνωθεν, αγωνίζεται να αλιεύσει πολλούς, μεταξύ των οποίων, όπως προαναφέραμε, αλιεύει και τον μέγα Διονύσιο. Στάλθηκαν ως ιατροί, χωρίς να φέρουν καθόλου τα συνηθισμένα φάρμακα και νυστέρια, αλλά έχοντας «τη μάχαιρα του Πνεύματος». Έκοβαν, έκαιγαν, έβαζαν επιθέματα με χαρά και θεράπευαν καλώς τις ψυχές μαζί με τα σώματα. Στάλθηκαν ως γεωργοί, και καθάρισαν από την ασθένεια τις γεμάτες άγρια βλάστηση έμψυχες χώρες, και «οργώνοντας νέα χωράφια» με το άροτρο της χάριτος, έσπειραν τον θείο λόγο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες