Εἶπε δὲ ὁ Ἰωάσαφ πρὸς αὐτόν· Ἐπείπερ ἡ ἐν σαρκὶ ζωὴ οὐκ ἐν μέτρῳ ζωῆς σοι λελόγισται, οὐδὲ τὸν θάνατον τοῦτον, ὃν ὑφίστανται πάντες, θάνατόν σοι λογίζεσθαι χρή. Ὁ δὲ γέρων ἀπεκρίνατο· Ἀναμφιλέκτως καὶ περὶ τούτων οὕτως ἔχω, μηδόλως τὸν πρόσκαιρον τουτονὶ θάνατον τρέμων, μήτε θάνατον αὐτὸν τοπαράπαν ἀποκαλῶν, εἴ γε τὴν ὁδὸν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ βαδίζοντά με καταλάβῃ, διαβατήριον δὲ μᾶλλον ἐκ θανάτου πρὸς ζωὴν τὴν κρείττονα καὶ τελειοτέραν καὶ ἐν Χριστῷ κρυπτομένην, ἧσπερ ποθοῦντες τυχεῖν οἱ ἅγιοι πάνυ τῇ παρούσῃ ἐδυσχέραινον. διό φησιν ὁ Ἀπόστολος· Οἴδαμεν ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπίγειος ἡμῶν οἰκία τοῦ σκήνους καταλυθῇ, οἰκοδομὴν ἐκ Θεοῦ ἔχομεν οἰκίαν ἀχειροποίητον, αἰώνιον, ἐν τοῖς οὐρανοῖς· καὶ γὰρ ἐν τούτῳ στενάζομεν, τὸ οἰκητήριον ἡμῶν τὸ ἐξ οὐρανοῦ ἐπενδύσασθαι ἐπιποθοῦντες, εἴ γε καὶ ἐνδυσάμενοι οὐ γυμνοὶ εὑρεθησόμεθα· καὶ γὰρ οἱ ὄντες ἐν τῷ σκήνει στενάζομεν βαρούμενοι, ἐφ᾽ ᾧ οὐ θέλομεν ἐκδύσασθαι, ἀλλ᾽ ἐπενδύσασθαι, ἵνα καταποθῇ τὸ θνητὸν ὑπὸ τῆς ζωῆς. καὶ πάλιν· Ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου; καὶ αὖθις· Ἐπιθυμῶ ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι. ὁ δὲ Προφήτης, Πότε ἥξω, φησί, καὶ ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ;
Μετάφραση
Είπε δε ο Ιωάσαφ προς αυτόν: «Επειδή η εν σαρκί ζωή δεν θεωρείται από εσένα ως το μέτρο της ζωής, ούτε και αυτόν τον θάνατο, τον οποίο υφίστανται όλοι, πρέπει να τον θεωρείς θάνατο». Ο δε γέροντας αποκρίθηκε: «Αναμφίλεκτα έτσι φρονώ και περί αυτών, χωρίς καθόλου να τρέμω αυτόν εδώ τον πρόσκαιρο θάνατο, ούτε καν να τον αποκαλώ θάνατο, εφόσον με βρει να βαδίζω την οδό των εντολών του Θεού, αλλά μάλλον διάβαση από τον θάνατο προς τη ζωή, την ανώτερη και τελειότερη και κρυμμένη εν Χριστώ, την οποία επιθυμώντας να επιτύχουν οι άγιοι, δυσφορούσαν πολύ με την παρούσα ζωή. Γι' αυτό λέει ο Απόστολος: "Γνωρίζουμε ότι, εάν η επίγεια σκηνή της κατοικίας μας καταλυθεί, έχουμε οικοδομή από τον Θεό, οικία αχειροποίητη, αιώνια, στους ουρανούς· διότι πράγματι σε αυτήν στενάζουμε, επιποθώντας να ενδυθούμε το εξ ουρανού οικητήριό μας, εφόσον βεβαίως και όταν ενδυθούμε δεν θα βρεθούμε γυμνοί· επειδή, όσοι βρισκόμαστε σε τούτο το σκήνωμα, στενάζουμε πιεζόμενοι, καθώς δεν θέλουμε να απεκδυθούμε, αλλά να επενδυθούμε, ώστε το θνητό να καταποθεί από τη ζωή". Και πάλι: "Ταλαίπωρος άνθρωπος εγώ, ποιος θα με λυτρώσει από το σώμα αυτού του θανάτου;". Και ξανά: "Επιθυμώ να αναχωρήσω και να είμαι μαζί με τον Χριστό". Ο δε Προφήτης λέει: "Πότε θα έλθω και θα εμφανιστώ ενώπιον του προσώπου του Θεού;"».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες