Ἐπειδὴ δὲ τὸ κακὸν ἄστατόν τέ ἐστι καὶ ἄσχετον, καὶ μένειν ἐφ’ ἑαυτοῦ μηδαμῶς ἀνεχόμενον· ἀεὶ δὲ προϊόν, καὶ στάσιν τῆς φορᾶς οὐχ εὑρίσκον, καθάπερ ῥεῖθρα ποτάμια πλημμυροῦντα καὶ ὑπερβλύζοντα καὶ τῆς ὄχθης ὑπερχεόμενα, ὁπηνίκα τινὸς ὑπτίου καὶ πρανοῦς ἐπιλάβηται χώρου, οὔτε τῆς ῥύμης ῥαγδαίως ἐπισχεθήσεται προχεόμενα, καὶ τὸ πρὸς τυχὸν ἅπαν ῥᾳδίως ἀεὶ παρασύρεται καὶ συνεφέλκεται· οὕτω γε ἤδη καθ’ ἃς ἂν ἐφερπύσῃ ψυχάς, καθάπαξ ἀπογνούσας τῆς τοῦ ἀγαθοῦ μετουσίας, οὐκ ἂν πρὶν ἀπόσχοιτο ἐπινεμόμενον καὶ καταβοσκόμενον, ἕως ἂν εἰς ὀλέθρου ἀποῤῥίψειε πέρατα· ὁποῖον δή τι κἀνταῦθα συμβέβηκε· καὶ γὰρ κἀν ταῖς τῶν δυσσεβούντων τούτων ὡς τάχιστα διικνούμενον ψυχαῖς ἐγκατέσκηψε, καὶ πρὸς ὄλισθον ἀπιστίας καὶ ἀφιλοθεΐας ἀπήγαγε· τὰς γὰρ δολίας γλώσσας κατὰ Χριστοῦ πρότερον καταθήξαντες, κόρον μὲν τῆς εἰς αὐτὸν παροινίας οὐκ ἴσασιν· οὐδ’ αὖ τῆς Χριστιανῶν θεοσεβείας καταγορεύοντες ἀπολήγουσιν, ἐπίδοσιν δὲ μᾶλλον ἑκάστοτε τῆς κακίας ποιούμενοι, ὡς ἂν χείρω τῶν προλαβόντων τὰ ἐπεισιόντα γίγνοιντο, πολλὴν συκοφαντίαν κατὰ τῶν ἐμψύχων τοῦ Πνεύματος ναῶν ἐξυφήναντες, οὐ μέχρι τούτου ἔστησαν· ἤδη δὲ καὶ κατὰ τῶν ἀψύχων ναῶν, θείων δ’ ὅμως, τὰς ἀνοσίους χεῖρας καθώπλισαν· οἵ γε τῷ ὄντι ναοὺς δαιμονίων τὰς σφῶν αὐτῶν ψυχὰς ἀποφαίνοντες, ἀπὸ τοῦ δοξάζειν εἰδώλοις ὡς θεοῖς προσιέναι, ἵνα κἀνταῦθα τὸ πρὸς εὐσέβειαν αὐτοῖς ἀκοινώνητον μαρτυρούμενον διαφαίνοιτο· οὔτε γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος, ὡς οὐδὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων, καὶ ὥστε μὴ ἐν λόγοις μόνον τὰ τῆς βλασφημίας αὐτοῖς ἐξέρποι, ἀλλ’ ἤδη καὶ ἐν πράγμασιν ἐξανυόμενον αὐτῶν καθορᾶται τὸ κακούργημα, καὶ μηδ’ ἀκοῆς μέχρι περιθρυλῆται τὸ δύσφημον, ἀλλὰ κἀν ταῖς ἁπάντων ὄψεσι.
Μετάφραση
Επειδή δε το κακό είναι ασταθές και ασυγκράτητο, και με κανέναν τρόπο δεν ανέχεται να μένει περιορισμένο στον εαυτό του, αλλά πάντοτε προχωράει και δεν βρίσκει καμία στάση στην ορμή του, όπως ακριβώς τα ρεύματα των ποταμών που πλημμυρίζουν και αναβλύζουν και ξεχειλίζουν από τις όχθες, όταν καταλάβουν κάποια επίπεδη και κατηφορική έκταση, δεν θα συγκρατηθούν με τίποτα από τη ραγδαία τους ορμή καθώς ξεχύνονται, και πάντοτε με ευκολία παρασύρουν και συμπαρασύρουν καθετί που τυχαίνει να βρεθεί μπροστά τους. Έτσι λοιπόν, στις ψυχές στις οποίες θα εισχωρήσει, οι οποίες έχουν πλέον απελπιστεί από τη συμμετοχή στο αγαθό, δεν θα σταματήσει να απλώνεται και να τις κατατρώει, προτού τις ρίξει στα έσχατα όρια του ολέθρου. Κάτι τέτοιο ακριβώς συνέβη και εδώ. Διότι, αφού εισχώρησε ταχύτατα στις ψυχές αυτών των δυσσεβών, εγκαταστάθηκε σε αυτές και τις οδήγησε στον ολισθηρό δρόμο της απιστίας και της εχθρότητας προς τον Θεό. Γιατί, αφού πρώτα ακόνισαν τις δόλιες γλώσσες τους εναντίον του Χριστού, δεν γνωρίζουν κανέναν κορεσμό στην ύβρη εναντίον Του. Ούτε πάλι παύουν να κατηγορούν τη θεοσέβεια των Χριστιανών, αλλά μάλλον επιδίδονται κάθε φορά και περισσότερο στην κακία, ώστε τα επόμενα να γίνονται χειρότερα από τα προηγούμενα. Και αφού εξύφαναν πολλές συκοφαντίες εναντίον των έμψυχων ναών του Πνεύματος, δεν σταμάτησαν μέχρι εκεί, αλλά ήδη όπλισαν τα ανόσια χέρια τους και εναντίον των άψυχων μεν, θεϊκών δε, ναών. Αυτοί, οι οποίοι στην πραγματικότητα καθιστούν τις ίδιες τους τις ψυχές ναούς δαιμόνων, με το να δοξάζουν και να προσέρχονται στα είδωλα ως σε θεούς, ώστε και σε αυτό το σημείο να καταδεικνύεται περίτρανα η πλήρης έλλειψη κοινωνίας τους με την ευσέβεια. Διότι δεν υπάρχει καμία κοινωνία μεταξύ φωτός και σκότους, όπως δεν υπάρχει και καμία συμφωνία του ναού του Θεού με τα είδωλα. Και έτσι, για να μην εκδηλώνεται η βλασφημία τους μόνο με λόγια, διακρίνεται πλέον η κακουργία τους να εκτελείται και με πράξεις, και η κακοφημία τους δεν ακούγεται απλώς ως φήμη, αλλά φανερώνεται και μπροστά στα μάτια όλων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες