Ταύτας δὲ νῦν τὰς μαρτυρίας παρηγάγομεν, οὐχ ὁμοιότροπον αὐτῶν ψιλὸν ἄνθρωπον τὸν Χριστὸν ἀποδεῖξαι βουλόμενοι, μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὸ καθαρὸν καὶ ἀδιάβλητον τῆς θεοκτίστου καὶ καθ’ ἡμᾶς θελήσεως καὶ ἐνεργείας παραστῆσαι θέλοντες τοῖς μανιχαϊκῶς κακίζουσι καὶ μυσαττομένοις καὶ βδελυττομένοις τῆς νοερᾶς ἡμῶν ψυχῆς τὴν κατ’ εἰκόνα θεοῦ βουλευτικὴν καὶ ἐνεργητικὴν ἰδιότητα. Τοῦτο δὲ πάσχουσιν, ὡς πολλάκις εἶπον καὶ νῦν μαρτυροῦντός μοι τοῦ θεοῦ λέγω, ἐκ τοῦ μὴ ἔχειν αὐτοὺς ἐν ἑαυτοῖς τὴν θείαν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου πνεύματος· εἰ γὰρ ἐνοίκησεν εἰς αὐτοὺς ὁ θεὸς ὁ εἰπὼν Ἐνοικήσω ἐν ἀνθρώποις καὶ ἐμπεριπατήσω, ἐγίνοντο καὶ αὐτοὶ χριστοὶ καὶ ἀδελφοὶ τοῦ Χριστοῦ, ὃς ἐγένετο πρωτότοκος ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς. Αὐτὸς ὁ Χριστὸς οἰκῶν ἐν αὐτοῖς καὶ ἡ τῆς θεότητος αὐτοῦ ἐν αὐτοῖς ἐνέργεια ἐναργῶς ἐδίδασκεν αὐτούς, οὐ διὰ ῥημάτων, ἀλλὰ διὰ καρδιακῶν καὶ ἐνυποστάτων πραγμάτων καὶ ἐνεργημάτων, σαφῶς ὁρώντων ἐν ἑαυτοῖς καὶ τὴν θείαν τῆς θεότητος τοῦ ἁγίου πνεύματος ἐνέργειαν, ὁμοίως καὶ τὴν ψυχικὴν καὶ ζωτικὴν ἑαυτῶν φυσικὴν κατ’ εἰκόνα θεοῦ ἄμωμον ἐνέργειαν. Καὶ γοῦν, εἰ χριστοφόροι καὶ θεοφόροι ἐγένοντο, ἐναργῶς ἐγίνωσκον καὶ τὴν φυσικὴν καὶ τὴν θεόφυτον θέλησιν καὶ ἐπιθυμίαν τῆς ψυχῆς αὐτῶν ἐπιποθοῦσαν καὶ ἐκζητοῦσαν καὶ ἔχουσαν ἐν τῷ νόμῳ κυρίου καὶ τῷ θελήματι τοῦ κυρίου τὸ θέλημα αὐτῆς καὶ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ θελήματος αὐτοῦ μελετῶσαν ἡμέρας καὶ νυκτός, θελητικῶς καὶ ἐπιθυμητικῶς καὶ ἐραστικῶς καὶ ὁλοτελῶς καὶ ὁλοθελῶς· καὶ τότε ἐπείθοντο ἐκ τοῦ ἐν αὐτοῖς ὑποδείγματος ὅτι οὔτε τὸ θέλημα ἡμῶν τὸ θεόφυτον τῆς ψυχῆς πονηρόν ἐστιν, ἀλλὰ τῶν θείων ἐντολῶν ὑπουργὸν καὶ πληρωτικόν, οὔτε πάλιν τὸ θέλημα τὸ θεῖον δυνατὸν ἡμᾶς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον πληρῶσαι, εἰ μὴ διὰ τοῦ οὐσιώδους καὶ θεοφύτου καὶ συμφύτου νοεροῦ ἡμῶν θελήματος τῆς θεοχαράκτου ψυχῆς. Καὶ εἰ ταῦτα διαγνῶναι ἴσχυσαν, οὐκέτι πονηρὸν τὸ καθ’ ἡμᾶς ὠνόμαζον θέλημα. Καὶ εἰ τοῦτο ἐπληροφορήθησαν, οὐκ ἂν διεμάχοντο τοῖς ἀδιαιρέτως καὶ ἀμάχως καὶ εἰρηναίως κηρύττουσι τὸ θεῖον καὶ τὸ θεόκτιστον ἐν Χριστῷ ἡμῶν θέλημα καὶ τὰς ἐνουσίους τῆς αὐτοῦ θεότητος καὶ ἀνθρωπότητος συνεργοὺς καὶ ὁμοεργοὺς ἐνεργείας, ἀγομένων πάντων τῶν καθ’ ἡμᾶς τῇ βουλῇ τοῦ θεοῦ λόγου τοῦ ὑπὲρ ἡμᾶς, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Μετάφραση
Αυτές λοιπόν τις μαρτυρίες τις παραθέσαμε τώρα, όχι επειδή θέλουμε να αποδείξουμε ότι ο Χριστός είναι κατά τον ίδιο τρόπο απλός άνθρωπος — μη γένοιτο — αλλά επειδή θέλουμε να καταστήσουμε φανερό, απέναντι σε εκείνους που, κατά μανιχαϊκό τρόπο, κακολογούν, αποστρέφονται και βδελύσσονται τη βουλευτική και ενεργητική ιδιότητα της νοερής μας ψυχής, ως κατ’ εικόνα Θεού, το καθαρό και ακατηγόρητο της θεόκτιστης και δικής μας θελήσεως και ενεργείας. Και αυτό το παθαίνουν — όπως πολλές φορές είπα, και το λέγω και τώρα με μάρτυρα τον Θεό — επειδή δεν έχουν μέσα τους τη θεία ενέργεια του Αγίου Πνεύματος· διότι, αν κατοίκησε μέσα τους ο Θεός, που είπε «Θα κατοικήσω μέσα στους ανθρώπους και θα περιπατήσω ανάμεσά τους», τότε και αυτοί θα γίνονταν χριστοί και αδελφοί του Χριστού, ο οποίος έγινε πρωτότοκος μεταξύ πολλών αδελφών. Ο ίδιος ο Χριστός, κατοικώντας μέσα τους, και η ενέργεια της θεότητός Του που ενεργεί μέσα τους, θα τους δίδασκαν ολοφάνερα, όχι με λόγια, αλλά με καρδιακά και ενυπόστατα πράγματα και ενεργήματα, ώστε να βλέπουν καθαρά μέσα τους τόσο τη θεία ενέργεια της θεότητας του Αγίου Πνεύματος, όσο και την ψυχική και ζωτική, φυσική, κατ’ εικόνα Θεού, άμωμη ενέργεια που είναι δική τους. Και βέβαια, αν είχαν γίνει χριστοφόροι και θεοφόροι, θα γνώριζαν ολοφάνερα και τη φυσική και θεόφυτη θέληση και επιθυμία της ψυχής τους, η οποία ποθεί, επιζητεί και έχει μέσα στον νόμο του Κυρίου και στο θέλημα του Κυρίου το ίδιο της το θέλημα, και μελετά στον νόμο του θελήματός Του ημέρα και νύχτα, θελητικά και επιθυμητικά και ερωτικά και ολοτελώς και ολοθελήτως· και τότε, από το υπόδειγμα που θα είχαν μέσα τους, θα πείθονταν ότι ούτε το δικό μας, το θεόφυτο θέλημα της ψυχής είναι πονηρό, αλλά είναι υπηρέτης και εκπληρωτής των θείων εντολών, ούτε πάλι είναι δυνατόν το θείο θέλημα να εκπληρωθεί από εμάς με οποιονδήποτε τρόπο, παρά μόνο διά του ουσιώδους και θεόφυτου και συμφύτου νοερού θελήματος της θεοχαράκτου ψυχής μας. Και αν μπορούσαν να διαγνώσουν αυτά, δεν θα ονόμαζαν πλέον πονηρό το δικό μας θέλημα. Και αν είχαν βεβαιωθεί γι’ αυτό, δεν θα πολεμούσαν εκείνους που αδιαιρέτως και αμάχως και ειρηνικά κηρύττουν στο Χριστό μας το θείο και το θεόκτιστο θέλημα, καθώς και τις ενουσίους ενέργειες της θεότητός Του και της ανθρωπότητός Του, οι οποίες συνεργούν και ενεργούν ομοίως, ενώ όλα όσα είναι δικά μας οδηγούνται από τη βουλή του Θεού Λόγου, ο οποίος είναι υπεράνω ημών· σ’ Αυτόν η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Κεφάλαιον δι’ οὖ ἐλέγχονται οἱ δι’ ἐναντίας μίαν ἁπλῆν φύσιν ὁμολογοῦντες ἐν Χριστῷ ὡς οἱ Μάνεντος νόμοι.}