Εἰσὶ γάρ τινες, ὅτι σύνεστιν αὐτοῖς ἡ χάρις ἐνεργοῦσα καὶ ἀναπαύουσα, σύνεστι δὲ καὶ ἡ κακία ἔνδον, καὶ τὰ δύο πολιτεύματα εἰς μίαν ἐνεργεῖ καρδίαν τοῦ φωτὸς καὶ τοῦ σκότους. ἀλλὰ πάντως ἐρεῖς μοι· «τίς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος;» 〈ἢ ‹τίς συγκατάθεσις ναῷ θεοῦ μετὰ εἰδώλων;› ἀποκρίνομαι σοὶ κἀγὼ τὸ αὐτό· ‹τίς γὰρ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος› ἢ〉 ποῦ [γὰρ] τὸ θεῖον φῶς ἐπισκοτίζεται ἢ θολοῦται; καὶ τὸ ἀμίαντον καὶ καθαρὸν ποῦ μιαίνεται; γέγραπται γάρ· «καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβε». μονοτρόπως οὖν οὐ χρὴ τὰ πράγματα νοεῖσθαι οὔτε μονομερῶς. εἰς τοσοῦτον γάρ τινες ἀναπαύονται ἐν τῇ τοῦ θεοῦ χάριτι, ὅτι ἀνδρειότεροι γίνονται τῆς συνούσης αὐτοῖς κακίας, καὶ ἔχοντες εὐχὴν καὶ ἀνάπαυσιν πολλὴν πρὸς τὸν θεόν, ἄλλῃ ὥρᾳ ἐνεργοῦνται ὑπὸ λογισμῶν πονηρῶν καὶ κλέπτονται ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας, ἔτι ὄντες ἐν τῇ χάριτι τοῦ θεοῦ· οἱ δὲ ἐλαφροὶ καὶ ἰδιῶται μερικῶς ἐνεργούσης ἐν αὐτοῖς τῆς χάριτος νομίζουσι μηκέτι εἶναι τὴν ἁμαρτίαν. οἱ δὲ ἔχοντες διάκρισιν καὶ ὄντες φρόνιμοι οὐ τολμῶσιν ἀρνήσασθαι ὅτι “ἔχοντες τὴν χάριν τοῦ θεοῦ οὐκ ἐνεργούμεθα ὑπὸ αἰσχρῶν καὶ ῥυπαρῶν λογισμῶν„.
Μετάφραση
Διότι υπάρχουν κάποιοι, στους οποίους συνυπάρχει η χάρις που ενεργεί και αναπαύει, αλλά συνυπάρχει μέσα τους και η κακία, και τα δύο πολιτεύματα, του φωτός και του σκότους, ενεργούν σε μία καρδιά. Αλλά οπωσδήποτε θα μου πεις: «Ποια κοινωνία υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους;» (ή «Ποια συμφωνία υπάρχει μεταξύ του ναού του Θεού και των ειδώλων;» Και εγώ σου αποκρίνομαι το ίδιο: «Διότι ποια κοινωνία υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους» ή) πού το θείο φως σκοτεινιάζει ή θολώνει; Και το αμίαντο και καθαρό πού μολύνεται; Διότι έχει γραφτεί: «Και το φως φαίνει μέσα στη σκοτία, και η σκοτία δεν το κατέλαβε». Δεν πρέπει λοιπόν τα πράγματα να νοούνται με έναν μόνο τρόπο, ούτε μονομερώς. Διότι σε τέτοιο βαθμό κάποιοι αναπαύονται στη χάρη του Θεού, ώστε γίνονται ανδρειότεροι από την κακία που συνυπάρχει μέσα τους, και, ενώ έχουν προσευχή και πολλή ανάπαυση κοντά στον Θεό, σε άλλη ώρα δέχονται την επίδραση πονηρών λογισμών και παρασύρονται υπούλως από την αμαρτία, παρότι βρίσκονται ακόμη μέσα στη χάρη του Θεού. Οι ελαφρόμυαλοι όμως και απαίδευτοι, επειδή η χάρις ενεργεί μέσα τους μερικώς, νομίζουν ότι δεν υπάρχει πλέον η αμαρτία. Αντιθέτως, όσοι έχουν διάκριση και είναι φρόνιμοι, δεν τολμούν να αρνηθούν την αλήθεια ισχυριζόμενοι ότι «έχοντας τη χάρη του Θεού δεν δεχόμαστε την ενέργεια αισχρών και ρυπαρών λογισμών».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες