βʹ. Δεῖ δὲ ἡμᾶς μνημονεῦσαι καὶ τὰς ἀγαθὰς μάλιστα διὰ τὰς παρούσας. Αἱ γὰρ ἀγαθαὶ τὰς τῶν ἀγαθῶν ἀρετὰς ὡς ἰδίας ὁρῶσι, καὶ τοὺς ἐκείνων πόνους ὡς ἰδίους στεφάνους εἶναι λογίζονται. Γυνὴ ἀγαθὴ καὶ φιλόξενος ἦν ἡ μακαρία Σουναμῖτις, ἥτις τὸν ἄνδρα παρακαλέσασα, δωμάτιον ᾠκοδόμησε τῷ Ἑλισσαίῳ, ἵνα διερχόμενος ἀκωλύτως ἔχῃ τὴν ἀνάπαυσιν, τεθεικυῖα αὐτῷ κλίνην καὶ λυχνίαν καὶ τράπεζαν· κλίνην οὐ κενὴν ἱματίων, ἀλλ᾽ ἔχουσαν πρέποντα τῷ προφήτῃ τὰ στρώματα· λυχνίαν οὐκ ἄνευ λύχνου, ἀλλὰ σὺν τῷ ἄρδοντι ἐλαίῳ τὸ φῶς· τράπεζαν οὐκ ἔρημον ἄρτων, ἀλλ᾽ ἔγκαρπον ἐδεσμάτων.
Μετάφραση
βʹ. Πρέπει δε να μνημονεύουμε και τις αγαθές γυναίκες, προπάντων για χάρη των παρουσών. Διότι οι αγαθές βλέπουν τις αρετές των αγαθών ως δικές τους, και θεωρούν τους κόπους εκείνων ως δικά τους στεφάνια. Γυναίκα αγαθή και φιλόξενη ήταν η μακαρία Σουναμίτις, η οποία, αφού παρακάλεσε τον άνδρα της, οικοδόμησε ένα δωμάτιο για τον Ελισσαίο, ώστε περνώντας από εκεί να έχει ανεμπόδιστα την ανάπαυσή του, έχοντας τοποθετήσει για αυτόν κλίνη και λυχνία και τράπεζα· κλίνη όχι άδεια από σκεπάσματα, αλλά εφοδιασμένη με στρώματα που άρμοζαν στον προφήτη· λυχνία όχι χωρίς λύχνο, αλλά με το λάδι που τροφοδοτεί το φως· τράπεζα όχι στερημένη από άρτους, αλλά πλούσια σε εδέσματα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες