Καὶ γοῦν ποτέ μου κατὰ τὴν Ἀντινώπολιν πρὸς Κόλλουθον τὸν σοφιστὴν τὰς διαλέξεις ποιουμένῳ (Ἰουδαῖον καὶ αὐτὸν τυγχάνοντα), ἀντιθέντος καὶ αὐτοῦ τοῖς τοῦ Χριστοῦ θαύμασι τὰς Μωϋσέως θαυματουργίας, εἶτα ἐμοῦ εἰρηκότος, ὅτι «Μωϋσῆς μὲν ὡς προφήτης ὢν διὰ προσευχῆς ἐξετέλει τὰ τεράστια, ὁ δὲ Χριστὸς ὡς θεὸς αὐτοκελεύστως τὰ θαύματα διεπράττετο δίχα προσευχῆς», πρὸς ταῦτα ἔφασκεν ὁ Ἰουδαῖος, ὅτι «Καὶ ὁ Χριστὸς διὰ προσευχῆς τὸν Λάζαρον ἤγειρε, καὶ διὰ προσευχῆς τοὺς πέντε ἄρτους ἐπλήθυνε, καὶ προσηύξατο παρελθεῖν αὑτὸν τὸ ποτήριον, καὶ εἰς ὄρος κατ’ ἰδίαν θεῷ ὡς ἄνθρωπος προσηύχετο, καὶ ὑπὲρ τῶν σταυρωσάντων τῷ θεῷ προσηύχετο λέγων· Ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι, τί ποιοῦσιν. Εἰ δὲ καὶ χωρὶς προσευχῆς ἐποίησε σημεῖά τινα, οὐδὲν θαυμαστόν· καὶ Μωϋσῆς γὰρ τὰ μὲν διὰ προσευχῆς, τὰ δὲ καὶ χωρὶς προσευχῆς ἐθαυματούργει, ὥσπερ καὶ Ἠλίας χωρὶς προσευχῆς τὸ ἔλαιον καὶ τὸ ἄλευρον ἐπλήθυνε, χωρὶς προσευχῆς τὸν Ἰορδάνην ἔσχισε, χωρὶς προσευχῆς καὶ Ἐλισσαῖε τὸ ἔλαιον ηὐλόγησε, καὶ τὸν θάνατον τὸν ἐν τῷ λέβητι ἰάσατο, χωρὶς προσευχῆς τὸν λεπρὸν Νεεμὰν ἐκαθάρισε, καὶ νεκρὸν ὁ νεκρὸς Ἐλισσαῖε ἀνέστησεν. Εἰ δὲ λέγεις μοι, ὅτιπερ Μωϋσῆς καὶ οἱ προφῆται ὑπὸ θεοῦ ἀπεστάλησαν ὡς δοῦλοι, κἀγὼ σοὶ ἐρῶ, ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς ἔλεγεν, ὅτι ὁ θεὸς αὐτὸν ἀπέστειλε, καὶ ὅτι οὐ δύναται χωρὶς τοῦ θεοῦ ποιῆσαι οὐδέν, καὶ ὅτι, ὅσα λαλεῖ, ἐκ τοῦ θεοῦ ἔλαβε πρόσταξιν τὸ τί εἰπεῖν καὶ τί λαλῆσαι καὶ μὴ ποιῆσαι τὸ θέλημα τὸ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τὸ τοῦ πέμψαντος αὐτόν. Εἰ δὲ καὶ σεισμὸς καὶ σκότος γέγονε, ὡς λέγετε, ὅτε ὁ Ἰησοῦς ἐσταυρώθη, ἀλλὰ μὴν καὶ ἐφ’ ἑτέρων ἁγίων πολλάκις ὑπό τινων ἀνόμων ἀδίκως ἀποθανόντων σημεῖα καὶ σεισμοὶ καὶ τέρατα γεγόνασιν.»
Μετάφραση
Κάποτε λοιπόν στην Αντινόπολη, ενώ συνομιλούσα με τον σοφιστή Κόλλουθο —που ήταν και αυτός Ιουδαίος—, όταν και εκείνος αντέτασσε στα θαύματα του Χριστού τις θαυματουργίες του Μωυσή, και έπειτα, αφού εγώ είχα πει ότι «ο Μωυσής, ως προφήτης, επιτελούσε τα θαυμαστά με την προσευχή, ενώ ο Χριστός, ως Θεός, ενεργούσε τα θαύματα με δική του εξουσία, χωρίς προσευχή», τότε ο Ιουδαίος αποκρίθηκε σε αυτά ως εξής: «Και ο Χριστός με προσευχή ανέστησε τον Λάζαρο, και με προσευχή πλήθυνε τους πέντε άρτους, και προσευχήθηκε να παρέλθει από αυτόν το ποτήριο, και ανέβαινε στο βουνό ιδιαιτέρως και προσευχόταν στον Θεό ως άνθρωπος, και για εκείνους που τον σταύρωσαν προσευχόταν στον Θεό λέγοντας· “Συγχώρησέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν”. Και αν βέβαια έκανε και μερικά σημεία χωρίς προσευχή, αυτό δεν είναι τίποτε το θαυμαστό· διότι και ο Μωυσής άλλα μεν τα θαυματουργούσε με προσευχή, άλλα δε και χωρίς προσευχή· όπως και ο Ηλίας, χωρίς προσευχή, πλήθυνε το λάδι και το αλεύρι, χωρίς προσευχή έσχισε τον Ιορδάνη, χωρίς προσευχή και ο Ελισσαίε ευλόγησε το λάδι και θεράπευσε τον θάνατο που ήταν στο καζάνι, χωρίς προσευχή καθάρισε τον λεπρό Νεεμάν, και νεκρός ο νεκρός Ελισσαίε ανέστησε νεκρό. Και αν μου λες ότι ο Μωυσής και οι προφήτες εστάλησαν από τον Θεό ως δούλοι, τότε και εγώ θα σου πω ότι και ο Χριστός έλεγε πως ο Θεός τον έστειλε, και ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτε χωρίς τον Θεό, και ότι όσα λέγει, έλαβε από τον Θεό εντολή για το τι να πει και τι να λαλήσει, και ότι δεν κάνει το δικό του θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που τον έστειλε. Και αν ακόμη έγινε σεισμός και σκοτάδι, όπως λέτε, όταν σταυρώθηκε ο Ιησούς, όμως και σε άλλους αγίους πολλές φορές, όταν πέθαναν άδικα από κάποιους παράνομους ανθρώπους, έγιναν σημεία και σεισμοί και τέρατα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιδʹ Ἀμμωνίου Ἀλεξανδρέως κατὰ Μονοφυσιτῶν