Ἐν τῷ νόμῳ οὐκ ἐχρῆν ἅπτεσθαι λεπροῦ. Ὅτε οὖν ἦλθε Νεαιμὰν ὁ στρατηλάτης πρὸς Ἐλισσαῖον τὸν προφήτην λέπρᾳ κατεχόμενος, λέγει αὐτῷ ὁ μαθητὴς, Ἰδοὺ λεπρὸς στρατηλάτης ἔξω. Ὁ δὲ πέμπει τὸν μαθητὴν ἐξελθεῖν καὶ εἰπεῖν αὐτῷ, Ἄπελθε, λοῦσαι εἰς τὸν Ἰορδάνην. Καὶ οὐκ ἐτόλμησεν ἐξελθεῖν αὐτὸς καὶ ἰδεῖν τὸν λεπρὸν, καὶ ἅψασθαι αὐτοῦ. Ἐπεὶ οὖν ἐκαθάρισεν ὁ Ἐλισσαῖος λεπρὸν, ἵνα μὴ λέγωσιν οἱ Ἰουδαῖοι, ὅτι ὁμοίως Ἐλισσαίῳ ἐκάθαρε, διὰ τοῦτο ἐκεῖνος μὲν οὐ τολμᾷ ἅψασθαι, οὗτος δὲ ἅπτεται, καὶ λέγει, Θέλω, καθαρίσθητι· καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ, ἥψατο τοῦ λεπροῦ. Διὰ τί ἥψατο; Ἵνα σε διδάξῃ ὅτι οὐκ ἔστι δοῦλος ὑποκείμενος νόμῳ, ἀλλὰ Δεσπότης ἐπικείμενος τῷ νόμῳ. Πῶς οὖν ἐτήρησε τὸν νόμον; Τῷ εἰπεῖν, Θέλω, καθαρίσθητι, καὶ μὴ εὐθέως αὐτοῦ ἅψασθαι. Προέλαβεν ὁ λόγος, ἐδραπέτευσε τὸ νόσημα, εἶτα ἥψατο τοῦ ἀκαθάρτου, καὶ εἶπε, Θέλω, καθαρίσθητι. Πῶς; Εὐθέως ἐκαθαρίσθη.
Μετάφραση
Σύμφωνα με τον νόμο, δεν επιτρεπόταν να αγγίζει κανείς λεπρό. Όταν, λοιπόν, ήλθε ο Νεεμάν ο στρατηλάτης στον προφήτη Ελισσαίο πάσχοντας από λέπρα, του λέει ο μαθητής: «Ιδού, ένας λεπρός στρατηλάτης βρίσκεται έξω». Εκείνος όμως στέλνει τον μαθητή του να βγει και να του πει: «Πήγαινε να λουστείς στον Ιορδάνη». Και δεν τόλμησε να βγει ο ίδιος και να δει τον λεπρό, ούτε να τον αγγίξει. Επειδή, λοιπόν, ο Ελισσαίος καθάρισε λεπρό, για να μην πουν οι Ιουδαίοι ότι και Αυτός τον καθάρισε όπως ακριβώς ο Ελισσαίος, για τον λόγο αυτό εκείνος μεν δεν τολμά να τον αγγίξει, Αυτός όμως τον αγγίζει και λέει: «Θέλω, καθαρίσου»· και αφού άπλωσε το χέρι Του, άγγιξε τον λεπρό. Γιατί τον άγγιξε; Για να σε διδάξει ότι δεν είναι δούλος υποταγμένος στον νόμο, αλλά Δεσπότης υπεράνω του νόμου. Πώς, λοιπόν, τήρησε τον νόμο; Με το να πει: «Θέλω, καθαρίσου», και να μην τον αγγίξει αμέσως. Προηγήθηκε ο λόγος, απομακρύνθηκε το νόσημα, και έπειτα άγγιξε τον ακάθαρτο, και είπε: «Θέλω, καθαρίσου». Πώς; Αμέσως καθαρίστηκε.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες