Εἰ δὲ ὁ Λουκᾶς λέγει, ὅτι ἦλθον λέγοντες· Μὴ σκύλλε τὸν Διδάσκαλον· τέθνηκε γάρ· ἐκεῖνο ἐροῦμεν, ὅτι τὸ, Ἄρτι ἐτελεύτησε, στοχαζομένου ἦν ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῆς ὁδοιπορίας, ἢ αὔξοντος τὴν συμφοράν. Καὶ γὰρ ἔθος τοῖς δεομένοις ἐπαίρειν τῷ λόγῳ τὰ οἰκεῖα κακὰ καὶ πλέον τι τῶν ὄντων λέγειν, ὥστε μᾶλλον ἐπισπάσασθαι τοὺς ἱκετευομένους. Ὅρα δὲ αὐτοῦ τὴν παχύτητα. Δύο γὰρ ἀπαιτεῖ παρὰ τοῦ Χριστοῦ, καὶ παραγενέσθαι αὐτὸν, καὶ τὴν χεῖρα ἐπιθεῖναι· ὅπερ σημεῖον ἦν τοῦ καταλιπεῖν αὐτὴν ἐμπνέουσαν ἔτι. Τοῦτο καὶ ὁ Σύρος ἐκεῖνος ὁ Νεεμὰν τὸν προφήτην ἀπῄτει.
Μετάφραση
Εάν όμως ο Λουκάς λέγει ότι ήλθαν λέγοντας: «Μην ενοχλείς τον Διδάσκαλο, διότι πέθανε», εμείς θα πούμε τούτο: ότι η φράση «Μόλις τώρα πέθανε» ήταν λόγος κάποιου που έκανε εικασίες υπολογίζοντας τον χρόνο της οδοιπορίας ή που μεγαλοποιούσε τη συμφορά. Διότι είναι συνήθεια σε όσους ικετεύουν να διογκώνουν με τα λόγια τους τις δικές τους συμφορές και να λέγουν κάτι περισσότερο από τα πραγματικά γεγονότα, ώστε να ελκύουν περισσότερο εκείνους προς τους οποίους απευθύνουν την ικεσία. Πρόσεξε όμως την παχύτητα της αντιλήψεώς του. Διότι απαιτεί δύο πράγματα από τον Χριστό: και να έλθει ο ίδιος αυτοπροσώπως και να επιθέσει το χέρι Του· πράγμα που αποτελούσε απόδειξη ότι την είχε αφήσει να αναπνέει ακόμη. Αυτό ακριβώς απαιτούσε και εκείνος ο Σύρος, ο Νεεμάν, από τον προφήτη.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες