Ἀντὶ γὰρ νηὸς τῷ ναυαγήσαντι γενόμενον, ἔφερεν τὸν ξένον διὰ θαλάσσης καὶ βυθοῦ καὶ φόβου μεγάλου καί, ἵνα μὴ διαφθείρῃ τὸν ξένον ἐν τοῖς τῆς κοιλίας ταμιείοις, ἀπεκατέστησεν σώαν τὴν παραθήκην, παραδοὺς τῷ παρακαταθεμένῳ δεσπότῃ. Ἐνήστευσεν Δαυὶδ καί, διὰ τῆς νηστείας καὶ τῆς μετανοίας, συνεχώρησεν αὐτῷ ὁ θεὸς τὴν ἁμαρτίαν τῆς γυναικὸς Οὐρίου. Ἐνήστευσεν Ἠλίας τεσσαράκοντα ἡμέρας καὶ τὰς κλεῖς τῶν οὐρανῶν ἔλαβεν καί, ὅτε ἠθέλησεν, ἐκώλυσεν τὸν ὑετὸν καί, ὅτε ἠθέλησεν, ἤνεγκεν αὐτὸν διὰ νηστειῶν καὶ εὐχῶν.
Μετάφραση
Διότι, λειτουργώντας ως πλοίο για τον ναυαγό, μετέφερε τον ξένο δια μέσου της θάλασσας και του βυθού και μεγάλου φόβου και, για να μην διαφθείρει τον ξένο στα έγκατα της κοιλίας του, απέδωσε σώα την παρακαταθήκη, παραδίδοντάς την στον Δεσπότη που την είχε εμπιστευθεί. Νήστεψε ο Δαβίδ και, δια της νηστείας και της μετανοίας, του συγχώρησε ο Θεός την αμαρτία με τη γυναίκα του Ουρία. Νήστεψε ο Ηλίας σαράντα ημέρες και έλαβε τα κλειδιά των ουρανών και, όταν θέλησε, εμπόδισε τη βροχή και, όταν θέλησε, την έφερε δια νηστειών και προσευχών.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες