ΤΙΤΛ. Ζʹ. —Περὶ θανόντων· καὶ ὅτι οὐ δεῖ ἐπὶ τῷ προαπελθόντι πενθεῖν. «Ἐπὶ νεκρῷ τὰς σάρκας αὐτῶν οὐ κατατεμοῦσιν.» «Ἀλγῶ ἐπὶ σὲ, ἀδελφὲ Ἰωνάθαν· ὡραιώθης μοι σφόδρα. Ἐθαυμαστώθη ἡ ἀγάπησίς σου ἐμοὶ ὑπὲρ ἀγάπησιν γυναικῶν.» «Ἀνέστη Δαβὶδ ἐκ τῆς γῆς, καὶ ἐλούσατο, καὶ ἠλείψατο, καὶ ἤλλαξεν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ. Καὶ ᾔτησεν ἄρτον φαγεῖν, καὶ παρέθηκαν αὐτῷ ἄρτον, καὶ ἔφαγεν. Καὶ εἶπαν οἱ παῖδες αὐτοῦ πρὸς αὐτόν· Τί τὸ ῥῆμα τοῦτο ὃ ἐποίησας; ἔτι ζῶντος τοῦ παιδαρίου ἐνήστευες, καὶ ἔκλαιες, καὶ ἠγρύπνεις· καὶ ἡνίκα ἀπέθανεν, ἀνέστης, καὶ ἔφαγες ἄρτον καὶ πέπωκας.
Μετάφραση
ΤΙΤΛΟΣ Ζ΄. — Περί των θανόντων· και ότι δεν πρέπει να πενθούμε για εκείνον που έχει αναχωρήσει από τη ζωή. «Δεν θα κατακόπτουν τις σάρκες τους για χάρη νεκρού.» «Πονώ για σένα, αδελφέ Ιωνάθαν· μού ήσουν πάρα πολύ προσφιλής. Θαυμαστή στάθηκε η αγάπη σου προς εμένα, περισσότερο και από την αγάπη των γυναικών.» «Σηκώθηκε ο Δαβίδ από το έδαφος, και λούστηκε, και αλείφτηκε, και άλλαξε τα ενδύματά του, και εισήλθε στον οίκο του Θεού, και Τον προσκύνησε. Και ζήτησε να φάει άρτο, και του παρέθεσαν άρτο, και έφαγε. Και του είπαν οι υπηρέτες του: Τι είναι αυτό το πράγμα που έκανες; Όσο ζούσε ακόμη το παιδί νήστευες, και έκλαιγες, και αγρυπνούσες· και όταν πέθανε, σηκώθηκες, και έφαγες άρτο και ήπιες.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες