ἐπ᾽ ἐμὲ ἐγένετο ταῦτα πάντα· καὶ ὀδυρόμενος ὅτι μετὰ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸν Συμεῶνα ἐπεχείρουν καὶ τὸν Βενιαμὶν ἀποσπάσαι αὐτοῦ, καὶ ἐνδεικνύμενος ὅτι πάντα πείσεται μᾶλλον ἢ ἀφέξεται τοῦ παιδὸς, νικηθεὶς ὕστερον αὐτὸς αὐτὸν ταῖς ἑαυτοῦ χερσὶν ἐξεδίδου λέγων· Καὶ τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν λάβετε, καὶ ἀναστάντες κατάβητε πρὸς τὸν ἄνθρωπον· ὁ δὲ Θεός μου δῴη ὑμῖν χάριν ἐναντίον τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀποστείλαι τὸν ἀδελφὸν ὑμῶν τὸν ἕνα, καὶ τὸν Βενιαμίν· ἐγὼ μὲν γὰρ καθάπερ ἠτέκνωμαι, ἠτέκνωμαι. Οὕτω σφόδρα τοῖς πολλοῖς ἐκρατήθη κακοῖς, ὡς καὶ τῶν σπλάγχνων σπαραττομένων, καὶ κατὰ μικρὸν ἐλαττουμένων αὐτῷ τῶν παίδων, ἅπαντα ὑπομένειν τῇ τῶν μειζόνων ὑπερβολῇ· καὶ γὰρ μείζων αὐτὸν ἀθυμία κατεῖχεν ὑπὲρ τούτων τῆς ὑπὲρ τοῦ Ἰωσήφ. Ἡ μὲν γὰρ οὐκ ἔχουσα προσδοκίαν διορθώσεως συμφορὰ, εἰ καὶ σφοδρὰς φέρει τὰς ἀθυμίας ἡμῖν, ἀλλ᾽ ὅμως ταχέως αὐτὰς ἐξωθεῖ, εἰς ἀπόγνωσιν ἐμβαλοῦσα τὸν λογισμόν· ἡ δὲ ἔτι μετέωρος οὖσα οὐκ ἀφίησιν ἀναπαύσασθαι τὴν ψυχὴν, τῇ τῶν μελλόντων ἀδηλίᾳ ἐπιτείνουσα ἀεὶ καὶ ἀνανεοῦσα τὴν ἀγωνίαν ἡμῖν. Καὶ τοῦτο ἄν τις μάθοι καλῶς ἀπὸ τοῦ μακαρίου Δαβὶδ, ὃς ἔτι ζῶντος μὲν ἐθρήνει τοῦ παιδὸς, τελευτήσαντος δὲ ἀνῆκε τοῦ πένθους ἑαυτόν.
Μετάφραση
«Σε εμένα συνέβησαν όλα αυτά»· και ενώ θρηνούσε διότι, μετά τον Ιωσήφ και τον Συμεών, επιχειρούσαν να του αποσπάσουν και τον Βενιαμίν, και ενώ έδειχνε ότι θα προτιμούσε να υποστεί τα πάντα παρά να αποχωριστεί το παιδί, στο τέλος, αφού κάμφθηκε, ο ίδιος τον παρέδωσε με τα ίδια του τα χέρια, λέγοντας: «Πάρτε και τον αδελφό σας, σηκωθείτε και κατεβείτε προς τον άνθρωπο. Είθε ο Θεός μου να σας δώσει χάρη ενώπιον του ανθρώπου και να σας επιστρέψει τον άλλον σας αδελφό και τον Βενιαμίν· εγώ δε, όπως έμεινα άτεκνος, ας μείνω άτεκνος». Τόσο πολύ κυριεύθηκε από τα πολλά δεινά ώστε, αν και τα σπλάγχνα του σπαράζονταν και τα παιδιά του λιγόστευαν σιγά σιγά, τα υπέμενε όλα μπροστά στην υπερβολή των μεγαλύτερων κακών· διότι τον κατείχε μεγαλύτερη θλίψη για αυτούς παρά για τον Ιωσήφ. Επειδή η συμφορά που δεν προσφέρει καμία ελπίδα διόρθωσης, αν και μας προκαλεί σφοδρή θλίψη, εντούτοις γρήγορα την απομακρύνει ρίχνοντας τον λογισμό στην απόγνωση· ενώ η συμφορά που παραμένει ακόμη μετέωρη δεν αφήνει την ψυχή να ησυχάσει, εντείνοντας και ανανεώνοντας διαρκώς την αγωνία μας λόγω της αβεβαιότητας του μέλλοντος. Και αυτό θα μπορούσε να το κατανοήσει κανείς πολύ καλά από τον μακάριο Δαβίδ, ο οποίος θρηνούσε όσο το παιδί του βρισκόταν ακόμη στη ζωή, όταν όμως πέθανε, απαλλάχθηκε από το πένθος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες