Ὅτι δὲ ὡς ἀμνάδα τὴν γυναῖκα ἔθυσεν, ἐπειδὴ ἡ μοιχεία τῇ σωφροσύνῃ θάνατος. Διὰ τοῦτο γὰρ αὐτὴν καὶ ἀμνάδα εἶπεν ἡ γραφή, ὅτι ἄσπιλον καὶ ἄμωμον τὸ σῶμα τῷ ἀνδρὶ ἐφύλαττεν. Ἔλεγε γὰρ Νάθαν ὁ προφήτης ἐν τῇ παραβολῇ· 〈Ἦλθε δὲ ὁδοιπόρος πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν πλούσιον, καὶ ἐφείσατο, καὶ ἔλαβε τὴν ἀμνάδα τοῦ ἀνδρὸς τοῦ πένητος καὶ ἔσφαξεν,〉 ἀμνάδα τὴν ὕπανδρον διὰ τὴν ἀμίαντον κοίτην καλῶν —〈Τίμιος〉 γὰρ 〈ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος〉—σφαγὴν δὲ τὴν μοιχείαν λέγων, ἐπειδὴ σφαγὴ καὶ φόνος ἡ ὕβρις τῇ σώφρονι.
Μετάφραση
Και το ότι θυσίασε τη γυναίκα σαν αμνάδα, οφείλεται στο ότι η μοιχεία είναι θάνατος για τη σωφροσύνη. Γι' αυτό άλλωστε και η Γραφή την ονόμασε αμνάδα, διότι διατηρούσε το σώμα της άσπιλο και άμωμο για τον άνδρα της. Έλεγε δηλαδή ο προφήτης Νάθαν στην παραβολή: «Ήρθε δε ένας οδοιπόρος στον πλούσιο άνδρα, και εκείνος τσιγκουνεύτηκε (να πάρει από τα δικά του), και πήρε την αμνάδα του φτωχού άνδρα και την έσφαξε», αποκαλώντας αμνάδα την έγγαμη γυναίκα εξαιτίας της αμίαντης συζυγικής κλίνης —διότι «Τίμιος είναι ο γάμος και η κλίνη αμίαντη»— και ονομάζοντας σφαγή τη μοιχεία, επειδή η ατίμωση αποτελεί σφαγή και φόνο για τη σώφρονα γυναίκα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες