Εἰ ὁ ἀμπελὼν τοῦ Κυρίου οἶκος τοῦ Ἰσραήλ ἐστι, καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούδα νεόφυτον ἠγαπημένον, πῶς ἐπὶ τοῦ ἀμπελῶνος δικάζεται κατὰ τοῦ ἀμπελῶνος; Ἢ διὰ τὸ ἀναντίῤῥητον τῶν ἐλέγχων αὐτοῖς βούλεται καθ᾽ ἑαυτῶν δικασταῖς ὁ λόγος χρήσασθαι; Ὃ καὶ ὁ Νάθαν ἐπὶ τοῦ Δαβὶδ ἐποίησεν, αὐτὸν δικαστὴν καθίσας τοῦ ἰδίου ἀδικήματος.
Μετάφραση
Εάν ο αμπελώνας του Κυρίου είναι ο οίκος του Ισραήλ, και ο άνθρωπος του Ιούδα το αγαπημένο του νεόφυτο, πώς δικάζεται για τον αμπελώνα εναντίον του αμπελώνα; Ή μήπως, εξαιτίας του αναντίρρητου των ελέγχων, ο λόγος θέλει να τους χρησιμοποιήσει ως δικαστές εναντίον του ίδιου τους του εαυτού; Αυτό ακριβώς έπραξε και ο Νάθαν στην περίπτωση του Δαβίδ, ορίζοντάς τον δικαστή του δικού του αδικήματος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες