Μακ. Εἰ μία θεότης ἐστὶν, ἀγέννητος δέ ἐστιν ἡ τοῦ Πατρὸς, γεννητὴ δέ ἐστι τοῦ Υἱοῦ· γεννηταγέννητός ἐστιν ἡ θεότης. Ὀρθ. Γελοῖον ὑπομέμνηκας φρόνημα. Ἆρα γὰρ, ὅτι ὁ ἀνὴρ καὶ ἡ γυνὴ οὐκ εἰσὶ δύο, ἀλλὰ μία σὰρξ, κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου φωνὴν, ἀνδρογύναιός ἐστιν ἡ σάρξ; Μακ. Ἀλλὰ ἡ σὰρξ τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῆς γυναικὸς, ἐκ μιᾶς ὑποκειμένης ὕλης εἰσὶ, τῆς γῆς. Ὀρθ. Ἐὰν οὖν λέγῃ ἡ Γραφὴ περὶ τῶν πιστευσάντων, «Ἦν αὐτοῖς καρδία μία καὶ ψυχὴ μία,» ἦν τὸ πλῆθος τῶν πιστευσάντων ἐξ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ἀνδρογύναιος ἦν ἡ ψυχή;
Μετάφραση
Μακ. Αν υπάρχει μία θεότητα, και η θεότητα του Πατρός είναι αγέννητη, ενώ του Υιού είναι γεννητή, τότε η θεότητα είναι γεννητοαγέννητη. Ορθ. Γελοίο φρόνημα προέβαλες. Μήπως δηλαδή, επειδή ο άνδρας και η γυναίκα δεν είναι δύο αλλά μία σάρκα, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, η σάρκα είναι ανδρόγυνη; Μακ. Αλλά η σάρκα του άνδρα και της γυναίκας προέρχονται από μία υποκείμενη ύλη, τη γη. Ορθ. Εάν λοιπόν λέει η Γραφή για αυτούς που πίστεψαν, «Είχαν μία καρδιά και μία ψυχή», και το πλήθος των πιστών αποτελούνταν από άνδρες και γυναίκες, μήπως η ψυχή ήταν ανδρόγυνη;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες