ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΡΗΤΟΥ Ὅρασις, ἣν εἶδεν Ἡσαΐας, υἱὸς Ἀμὼς, ἣν εἶδε κατὰ τῆς Ἰουδαίας, καὶ κατὰ τῆς Ἱερουσαλὴμ, ἐν ἡμέραις Ὀζίου καὶ Ἰωάθαμ καὶ Ἀχὰζ καὶ Ἐζεκίου, βασιλέων Ἰούδα. Τῶν παρ᾽ ἡμῖν αἰσθητηρίων τὸ ἐνεργεστάτην, τὴν κατάληψιν ἔχον τῶν αἰσθητῶν, ὅρασίς ἐστιν. Οὔτε γὰρ τὰ φοβερὰ δι᾽ ἀκοῆς δύνατόν ἐστι γνωρίσαι, ὡς δι᾽ ὁράσεως· οὔτε τῶν ἐπιθυμητῶν ἄλλη τις οὕτως ἀντιλαμβάνεται δύναμις, ὡς ἡ ὅρασις. Διόπερ ἡ τῶν ἀληθῶν θεωρία (διὰ τὸ ἐναργὲς καὶ ἀναμφίβολον) ὅρασις προσηγόρευται. Ὅθεν καὶ ὁ ὁρῶν ἐκαλεῖτο ὁ Προφήτης, καὶ ὁ ἔμπροσθεν ὁρῶν. Ἐν μὲν γὰρ τῷ Ἀμὼς μεμαθήκαμεν, ὅτι εἶπεν Ἀμασίας· Ὁ ὁρῶν, βάδιζε καὶ ἐκχώρησον εἰς γῆν Ἰούδα, κἀκεῖ προφητεύσεις. Ἔμπροσθεν δὲ ὁρῶν ὁ Σαμουὴλ εἴρηται ἐν ταῖς Βασιλείαις. Ἐκαλεῖτο γὰρ (φησὶν) ὁ Προφήτης ὁ ἔμπροσθεν βλέπων. Καθ᾽ ὃ μὲν γὰρ ἐπιβλεπτικοὶ τοῦ μέλλοντος ἦσαν, ἔμπροσθεν ὁρῶντες ἐχρημάτιζον· καθ᾽ ὃ δὲ θεωρητικοὶ τοῦ θείου βουλήματος ἦσαν, ὁρῶντες προσηγορεύοντο.
Μετάφραση
Όραμα το οποίο είδε ο Ησαΐας, ο υιός του Αμώς, το οποίο είδε κατά της Ιουδαίας και κατά της Ιερουσαλήμ, κατά τις ημέρες του Οζία και του Ιωάθαμ και του Άχαζ και του Εζεκία, των βασιλέων του Ιούδα. Από τα αισθητήρια όργανά μας, εκείνο που επιτυγχάνει την πιο δραστική αντίληψη των αισθητών πραγμάτων, είναι η όραση. Διότι ούτε τα φοβερά πράγματα είναι δυνατόν να τα γνωρίσει κανείς μέσω της ακοής, τόσο καλά όσο μέσω της όρασης· ούτε υπάρχει κάποια άλλη δύναμη που να αντιλαμβάνεται τα επιθυμητά με τέτοιον τρόπο, όσο η όραση. Γι' αυτό ακριβώς, η θεωρία των αληθινών πραγμάτων (λόγω της εναργείας και της αδιαμφισβήτητης φύσης της) ονομάστηκε όραση. Εξού και ο Προφήτης ονομαζόταν «ο ορών», καθώς και «ο έμπροσθεν ορών». Διότι στο βιβλίο του Αμώς έχουμε μάθει ότι ο Αμασίας είπε: «Ο ορών, βάδιζε και αναχώρησε στη γη του Ιούδα, και εκεί να προφητεύσεις». Επίσης, ο Σαμουήλ στο βιβλίο των Βασιλειών έχει ονομαστεί «έμπροσθεν ορών». Διότι, αναφέρει η Γραφή, ο Προφήτης ονομαζόταν «ο έμπροσθεν βλέπων». Καθόσον, λοιπόν, είχαν την ικανότητα να ενορούν το μέλλον, ονομάζονταν «έμπροσθεν ορώντες»· ενώ καθόσον ήταν θεατές του θείου θελήματος, προσαγορεύονταν «ορώντες».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες