ἐπετίμων μὲν γὰρ τοῖς προφήταις, ἀπεδέχοντο δὲ τοὺς πεπλανημένους, ὡς τὴν εὐθείαν ἰόντας τρίβον. τοιγάρτοι διὰ φωνῆς Ἡσαΐου φησὶν ὁ Θεός “Λαός μου, οἱ μακαρίζοντες ὑμᾶς πλανῶσιν ”ὑμᾶς καὶ τὴν τρίβον τῶν ποδῶν ὑμῶν ἐκταράσσουσιν.” ἐπετίμα δὲ καὶ Ἀμασίας ὁ ἱερεὺς Βαιθὴλ Ἀμὼς τῷ Προφήτῃ λέγων “Ὁ ὁρῶν βάδιζε, ἐκχώρησον εἰς γῆν Ἰούδα ”καὶ ἐκεῖ καταβίου καὶ ἐκεῖ προφητεύσεις, εἰς δὲ Βαιθὴλ “οὐκ ἔτι οὐ μὴ προσθῇς τοῦ προφητεῦσαι.” οἱ δέ γε τοῖς προφήταις ἀνθεστηκότες, ἐκ πολλῆς ἄγαν σκαιότητος καὶ δυστροπίας δεινῆς, εὐάφορμον ὑπεπλάττοντο τὴν ἀντίστασιν, ἐκεῖνο λέγοντες Οὐκ ἀπέσταλκέ σε ὁ Κύριος. καταιτιᾶται τοίνυν αὐτοὺς, ὅτι τοὺς παρ᾽ αὐτοῦ προφήτας οὐ τοὺς ἄνωθεν ἔφασκον καὶ παρὰ Θεοῦ διακομίζειν λόγους· ᾤοντο δὲ μᾶλλον τὰ ἀπὸ τῆς σφῶν ἐρεύγεσθαι γνώμης, ἕτερά τε αὖ παρὰ τὰ δοκοῦντα λαλεῖν τῷ τῶν ὅλων Δεσπότῃ. ταύτῃτοί φησιν Ὦ ἀσύνετοι καὶ παράφρονες, ἆρά τινες ἐξ ὑμῶν γενήσονται φίλοι, καὶ τὴν αὐτὴν βαδιοῦνται τοῦ βίου τρίβον, οὐκ ἐγνωκότες ἑαυτοὺς ἤγουν ἀλλήλους, τουτέστιν, εἰ μὴ ἀλλήλους τεθέανται ἰσοτρόπους τε καὶ ὁμογνώμονας; “Πᾶν γὰρ ζῶον ”ἀγαπᾷ τὸ ὅμοιον αὐτῷ, καὶ τῷ ὁμοίῳ αὐτοῦ προσκολλη- “θήσεται ἀνήρ.” καὶ εἰ τοῦτό ἐστιν ἀληθὲς, πῶς ἂν ἐδεξάμην τοὺς προφήτας οἱονείπως εἰς φιλίαν καὶ ἀγάπησιν, ἅγιος ὢν αὐτὸς, εἰ μὴ καὶ αὐτοὶ γεγόνασιν ἅγιοι;
Μετάφραση
Διότι, από τη μία πλευρά, επιτιμούσαν τους προφήτες, ενώ από την άλλη αποδέχονταν τους πλανημένους, σαν να βάδιζαν στον σωστό δρόμο. Γι' αυτό ο Θεός λέει μέσω της φωνής του Ησαΐα: «Λαέ μου, εκείνοι που σας μακαρίζουν, σας πλανούν και ταράζουν την πορεία των ποδιών σας». Και ο Αμασίας, ο ιερέας της Βαιθήλ, επιτιμούσε τον προφήτη Αμώς, λέγοντας: «Οραματιστή, φύγε, αναχώρησε για τη γη του Ιούδα και εκεί να ζήσεις και εκεί να προφητεύεις, στη Βαιθήλ όμως δεν θα συνεχίσεις πλέον να προφητεύεις». Εκείνοι βέβαια που αντιστέκονταν στους προφήτες, από πάρα πολλή σκαιότητα και φοβερή δυστροπία, επινοούσαν εύλογες δικαιολογίες για την αντίστασή τους, λέγοντας το εξής: «Δεν σε απέστειλε ο Κύριος». Τους κατηγορεί, λοιπόν, επειδή ισχυρίζονταν ότι οι προφήτες που εστάλησαν από αυτόν δεν μετέφεραν τους λόγους άνωθεν και από τον Θεό. Αντίθετα, νόμιζαν ότι ξεστόμιζαν εκείνα που προέρχονταν από τη δική τους σκέψη, και ότι έλεγαν πράγματα αντίθετα από αυτά που είναι αρεστά στον Δεσπότη των όλων. Για τον λόγο αυτόν λέει: Ω ασύνετοι και παράφρονες, άραγε θα γίνουν κάποιοι από εσάς φίλοι και θα βαδίσουν την ίδια πορεία ζωής, αν δεν έχουν γνωρίσει τους εαυτούς τους ή μάλλον ο ένας τον άλλον, δηλαδή, εάν δεν έχουν δει ότι είναι ομότροποι και ομόγνωμοι μεταξύ τους; «Διότι κάθε ζωντανό πλάσμα αγαπά το όμοιό του, και στο όμοιό του θα προσκολληθεί ο άνθρωπος». Και αν αυτό είναι αληθινό, πώς θα είχα δεχθεί τους προφήτες τρόπον τινά σε φιλία και αγάπη, όντας εγώ ο ίδιος άγιος, εάν δεν είχαν γίνει και αυτοί άγιοι;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες