Ὡς δικαστήν σε ὁρῶ ἐπὶ βῆμα ὑψηλόν, τὸν σταυρόν· ὡς κατάδικος ἐγὼ ἐπὶ ξύλου κρέμαμαι· 〈Οἰκτείρησόν με.〉 Εἶπον· 〈Μνήσθητί μου, κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. Εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου.〉 Εἶτα, ὡς ἐθεάσατο τὴν κτίσιν τῷ κτίστῃ συμπάσχουσαν καὶ τὸν κόσμον ὡς ἕνα οἶκον σειόμενον—θεμελίου γὰρ πάσχοντος ὁ οἶκος συνέπασχεν, 〈ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα,〉 καὶ τοῦ οἰκοδόμου κρεμαμένου τὸ ἔργον ἐλύετο—ἐπεὶ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ κατὰ τῶν κυριοκτόνων ἐστασίαζον, οἱ δὲ οὐ κατηνύγησαν, ἐπιτιμᾷ αὐτοῖς ὁ λῃστής· 〈Υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι;〉 Ἔστω· Λάζαρον τὸν τετραήμερον ἀπὸ τοῦ τάφου τρέχοντα ἰδόντες οὐκ ἐπιστεύσατε. Κἂν 〈...〉, νῦν γοῦν προσκυνήσατε τοῦ σταυρωθέντος τὴν δύναμιν 〈...〉 ὅτι τὰ μνημεῖα νῦν ἠνοίγησαν καὶ νεκροὶ πολυήμεροι τῆς φωνῆς τοῦ σταυρωθέντος ἀκούσαντες ἀνέστησαν. Νεκροὺς ὁ σεισμὸς ἀνέστησε, καὶ ὑμεῖς τῇ ἀπιστίᾳ καθεύδετε. 〈Ἕως πότε βαρυκάρδιοι;〉 Πέτραι ὡς ἀράχναι σχίζονται, καὶ ὑμεῖς τῷ φόβῳ οὐ περισχίζεσθε; 〈Ἕως πότε βαρυκάρδιοι;〉 Καὶ διὰ τί βαρυκάρδιοι; Τοῦτο μέν, διὰ τὸ μὴ κατανυγῆναι τοῖς θαύμασι· τοῦτο δέ, διὰ τὸ ἐξ ἀφροσύνης βαρέως κατὰ τοῦ Χριστοῦ ὀργίζεσθαι. Μάρτυς ἡ γραφὴ εἰποῦσα· 〈Βαρὺ λίθος καὶ δυσβάστακτον ἄμμος, ὀργὴ δὲ ἄφρονος βαρυτέρα ἀμφοτέρων.
Μετάφραση
Σε βλέπω ως δικαστή σε υψηλό βήμα, τον σταυρό· ως κατάδικος εγώ κρέμομαι στο ξύλο· «Σπλαχνίσου με». Είπα: «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις στη βασιλεία σου. Εισάκουσε την προσευχή μου». Έπειτα, καθώς είδε την κτίση να συμπάσχει με τον Κτίστη και τον κόσμο να σείεται σαν ένα σπίτι —διότι όταν έπασχε το θεμέλιο, το σπίτι συμπάσχονταν, «επειδή εν αυτώ εκτίσθηκαν τα πάντα», και καθώς κρεμόταν ο οικοδόμος, το έργο διαλυόταν— επειδή ο ουρανός και η γη στασίαζαν εναντίον των κυριοκτόνων, εκείνοι όμως δεν κατανύχθηκαν, ο ληστής τους επιτιμά: «Υιοί των ανθρώπων, έως πότε θα είστε βαρυκάρδιοι;» Έστω· βλέποντας τον τετραήμερο Λάζαρο να τρέχει από τον τάφο, δεν πιστέψατε. Ακόμη και [...], τώρα τουλάχιστον προσκυνήστε τη δύναμη του Σταυρωθέντος [...] διότι τα μνημεία τώρα άνοιξαν και νεκροί πολλών ημερών, ακούγοντας τη φωνή του Σταυρωθέντος, αναστήθηκαν. Τους νεκρούς ο σεισμός τους ανέστησε, και εσείς κοιμάστε στην απιστία σας. «Έως πότε θα είστε βαρυκάρδιοι;» Οι πέτρες σχίζονται σαν ιστοί αράχνης, και εσείς δεν διαρρηγνύεστε από τον φόβο; «Έως πότε θα είστε βαρυκάρδιοι;» Και γιατί βαρυκάρδιοι; Αφενός, επειδή δεν κατανύχθηκαν με τα θαύματα· αφετέρου, επειδή από αφροσύνη οργίζονταν βαριά εναντίον του Χριστού. Μάρτυρας είναι η Γραφή που λέει: «Βαρύ είναι η πέτρα και δυσβάσταχτο η άμμος, αλλά η οργή του άφρονα είναι βαρύτερη και από τα δύο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες