καὶ ὁ εἰπὼν Πνεῦμα ὁ θεός, φησὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς ὁ αὐτὸς ὅτι Ψηλαφήσατέ με, ἵνα δείξῃ ὅτι ψηλαφητὴ μὲν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις, ἀναφὲς δὲ τὸ θεῖον, καὶ ὁ εἰπὼν Πορεύομαι, τὴν τοπικὴν διασημαίνει μετάστασιν, ὁ δὲ τὰ πάντα ἐμπεριειληφώς, ἐν ᾧ, καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος, ἐκτίσθη τὰ πάντα καὶ ἐν ᾧ τὰ πάντα συνέστηκεν, οὐδὲν ἐν τοῖς οὖσιν ἔξω ἑαυτοῦ ἔχει εἰς ὃ κατά τινα κίνησιν ἡ μεταχώρησις γίνεται (οὐδὲ γὰρ ἔστιν ἑτέρως ἐνεργῆσαι τὴν κίνησιν, μὴ τοῦ μεθισταμένου τὸν μὲν ἐν ᾧ ἦν ἀπολείποντος, ἕτερον δὲ ἀντιμεταλαμβάνοντος τόπον τὸ δὲ διὰ πάντων ἧκον καὶ ἐν πᾶσιν ὂν καὶ πάντα περικρατοῦν καὶ ὑπ᾽ οὐδενὸς τῶν ὄντων περιειργόμενον οὐκ ἔχει ὅπου μεταχωρήσει τῷ μηδὲν εἶναι κενὸν τοῦ θείου πληρώματος), πῶς καταλιπόντες οὗτοι τὸ ἐκ τοῦ φαινομένου τὰς φωνὰς γίνεσθαι ταύτας τῇ θείᾳ τε καὶ ὑπερεχούσῃ πάντα νοῦν ἐφαρμόζουσι φύσει, σαφῶς τοῦ ἀποστόλου ἐν τῇ πρὸς Ἀθηναίους δημηγορίᾳ τὸ τοιοῦτον ἀπαγορεύοντος ἐπὶ θεοῦ νομίζειν, ὡς οὐχὶ διὰ ψηλαφήσεως εὑρισκομένης τῆς θείας δυνάμεως, ἀλλὰ διὰ νοητῆς θεωρίας καὶ πίστεως; ἢ πάλιν ὁ βεβρωκὼς ἐν ὀφθαλμοῖς τῶν μαθητῶν καὶ ὁ ἐπαγγειλάμενος ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ προάξειν τε καὶ ὀφθήσεσθαι, τίνα τὸν ὀφθησόμενον αὐτοῖς μηνύει; ἆρα τὸν θεόν, ὃν οὔτε ἑώρακέ τις οὔτε ἰδεῖν δύναται, ἢ τὸν σωματικὸν χαρακτῆρα τουτέστι τὴν τοῦ δούλου μορφήν, ἐν ᾗ ἦν ὁ θεός;
Μετάφραση
Και αυτός που είπε «Πνεύμα ο Θεός», ο ίδιος λέει προς τους μαθητές: «Ψηλαφήστε με», για να δείξει ότι η μεν ανθρώπινη φύση είναι ψηλαφητή, το δε θείο είναι αναφές. Και αυτός που είπε «Πορεύομαι», υποδηλώνει την τοπική μετάβαση· ενώ εκείνος που εμπεριέχει τα πάντα, μέσα στον οποίο, όπως λέει ο απόστολος, κτίστηκαν τα πάντα και μέσα στον οποίο τα πάντα συνίστανται, δεν έχει κανένα από τα όντα έξω από τον εαυτό του προς το οποίο να γίνεται η μετάβαση μέσω κάποιας κίνησης (διότι δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί η κίνηση διαφορετικά, παρά μόνο εάν αυτός που μετακινείται εγκαταλείπει τον τόπο στον οποίο βρισκόταν και καταλαμβάνει στη θέση του κάποιον άλλον· ενώ εκείνο που διαπερνά τα πάντα, υπάρχει μέσα στα πάντα, συγκρατεί τα πάντα και δεν περιορίζεται από κανένα από τα όντα, δεν έχει πού να μεταβεί, επειδή τίποτα δεν είναι κενό από το θείο πλήρωμα). Πώς λοιπόν αυτοί, παραβλέποντας το γεγονός ότι αυτά τα λόγια αναφέρονται στο ορατό, τα εφαρμόζουν στη θεία φύση η οποία υπερέχει από κάθε νου, τη στιγμή που σαφώς ο απόστολος στην ομιλία του προς τους Αθηναίους απαγορεύει να πιστεύουμε κάτι τέτοιο για τον Θεό, εφόσον η θεία δύναμη δεν ανακαλύπτεται με την ψηλάφηση, αλλά μέσω της νοητής θεωρίας και της πίστης; Ή πάλι, αυτός που έφαγε μπροστά στα μάτια των μαθητών και υποσχέθηκε ότι θα προπορευθεί στη Γαλιλαία και θα εμφανιστεί, ποιον υποδεικνύει ότι θα δουν; Άραγε τον Θεό, τον οποίο ούτε είδε ποτέ κανείς ούτε είναι δυνατόν να δει, ή τον σωματικό χαρακτήρα, δηλαδή τη μορφή του δούλου, μέσα στην οποία βρισκόταν ο Θεός;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες