Πάντως, ὁ μὴ δυνάμενος ἐπινοίαις ἰδίαις τὸν ἑαυτοῦ πλοῦτον αὐξῆσαι, ἐν τῷ ἀπρακτεῖν ἐντεῦθεν τὰς εἰς τὸ ἐνεργεῖν ἐπιτηδείους χεῖρας αὐτοῦ καὶ μὴ πρὸς ἐργασίαν ἐκτείνεσθαι, ἀλλήλαις ἐδέσμευσε καὶ φθόνῳ τοῦ πλησίον ἐν εὐπορίᾳ ὑπάρχοντος τὰς ἑαυτοῦ σάρκας ἐξέτηξε. Καλὸν τοίνυν ἐστὶ θατέραν ἐμπλῆσαι τῶν χειρῶν μετὰ ἀνέσεως, εἰς τὸ ἐπαρκεῖν μόνον τὰ πρὸς χρείαν τῷ σώματι, καὶ ἀπὸ τῆς τῶν ἀναγκαίων ἐνδείας ἀναπαύειν αὐτό, ἤπερ ἀμφοτέρας πλεονεκτικῶς σὺν καμάτῳ σώματος ἀνενδότῳ καὶ ὁρμῇ ψυχῆς ἀλογίστῳ. 7-8. Καὶ ἐπέστρεψα ἐγὼ καὶ εἶδον ματαιότητα ὑπὸ τὸν ἥλιον. Ἔστιν εἷς καὶ οὐκ ἔστι δεύτερος, καί γε υἱὸς καὶ ἀδελφὸς οὐκ ἔστιν αὐτῷ, καὶ οὐκ ἔστι πειρασμὸς τῷ παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, καί γε ὀφθαλμὸς αὐτοῦ οὐκ ἐμπίπλαται πλούτου. «Καὶ τίνι ἐγὼ μοχθῶ καὶ στερίσκω τὴν ψυχήν μου ἀπὸ ἀγαθωσύνης;» Καί γε τοῦτο ματαιότης καὶ περισπασμὸς πονηρός ἐστιν.
Μετάφραση
Οπωσδήποτε, εκείνος που δεν δύναται με δικές του επινοήσεις να αυξήσει τον πλούτο του, παραμένοντας αδρανής, έδεσε μεταξύ τους τα χέρια του, τα οποία είναι κατάλληλα για δράση, αντί να τα απλώνει προς εργασία, και έλιωσε τις ίδιες του τις σάρκες από τον φθόνο του για τον πλησίον που βρίσκεται σε ευπορία. Είναι καλό, λοιπόν, να γεμίζει κανείς το ένα του χέρι με ηρεμία, προκειμένου να παρέχει απλώς τα αναγκαία στο σώμα και να το αναπαύει από τη στέρηση των χρειωδών, παρά να γεμίζει πλεονεκτικά και τα δύο του χέρια με ακατάπαυστο σωματικό κάματο και παράλογη ψυχική ορμή. 7-8. Και στράφηκα εγώ και είδα ματαιότητα κάτω από τον ήλιο. Υπάρχει κάποιος ολομόναχος, χωρίς να υπάρχει δεύτερος δίπλα του, δεν έχει ούτε γιο ούτε αδελφό, και δεν υπάρχει τέλος σε όλον τον μόχθο του, και το μάτι του δεν χορταίνει από πλούτο. «Και για ποιον μοχθώ εγώ και στερώ από την ψυχή μου την αγαθωσύνη;» Και τούτο, βεβαίως, είναι ματαιότητα και πονηρός περισπασμός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες