Ἦν, φησίν, ἡ ὕλη ἄναρχος, ἀγένητος, ἐν ἰδίοις ὅροις, ἀεὶ ἀτάκτως κινουμένη, ἀεὶ ἑαυτῇ μαχομένη καὶ ἑαυτὴν ἀναλίσκουσα. Ἦν δέ, φησί, καὶ ὁ θεὸς ἐν ἰδίοις ὅροις, ἄναρχος, ἀγένητος, ἀίδιος, ἀσώματος, ὅλος φῶς, ἀλλ᾽ ἡ ὕλη, φησίν, ἀτάκτως καὶ ἀλόγως κινουμένη ἐπὶ τὰ τοῦ θεοῦ ὅρια ἦλθε. Καὶ θαυμάσασα τὸ τοῦ θεοῦ φῶς τῆς μὲν πρὸς ἑαυτὴν μάχης ἐπαύσατο, τῷ δὲ φωτὶ ἐπέθετο μαχομένη ὡς καὶ μέρος αὐτοῦ ἁρπάσαι εἰς ἑαυτήν· καὶ γὰρ ἄρχοντας ὡς ἐπὶ κεκρυμμένου βασιλείου τὴν ὕλην ἔχειν διαβεβαιοῦνται, οὓς καὶ «κοσμοκράτορας τοῦ σκότους» καὶ «πνευματικὰ τῆς πονηρίας» εἶναι φάσκουσι. Συνεχώρησε δέ, φησίν, ὁ ἀγαθὸς θεὸς μέρος ἑαυτοῦ ὑπ᾽ αὐτῆς ἁρπασθὲν αἰχμάλωτον γενέσθαι, ὅπως αὐτὴν περιγράψῃ καὶ περιορίσῃ τοῦ μὴ περαιτέρω προβαίνειν εἰς τὰ ἑαυτοῦ ὅρια.
Μετάφραση
Υπήρχε, λέει, η ύλη άναρχη, αγένητη, στα δικά της όρια, κινούμενη πάντοτε άτακτα, πάντοτε μαχόμενη τον εαυτό της και αναλώνοντας τον εαυτό της. Υπήρχε όμως, λέει, και ο Θεός στα δικά του όρια, άναρχος, αγένητος, αΐδιος, ασώματος, όλος φως, αλλά η ύλη, λέει, κινούμενη άτακτα και άλογα έφτασε στα όρια του Θεού. Και αφού θαύμασε το φως του Θεού, έπαψε τη μάχη εναντίον του εαυτού της, και επιτέθηκε μαχόμενη στο φως για να αρπάξει ένα μέρος του μέσα της· διότι διαβεβαιώνουν ότι η ύλη έχει άρχοντες, όπως σε ένα κρυφό βασίλειο, τους οποίους ισχυρίζονται ότι είναι οι «κοσμοκράτορες του σκότους» και τα «πνευματικά της πονηρίας». Συγκατατέθηκε δε, λέει, ο αγαθός Θεός, να γίνει αιχμάλωτο ένα μέρος του που αρπάχθηκε από αυτήν, ώστε να την περιγράψει και να την περιορίσει, για να μην προχωρήσει περαιτέρω στα δικά του όρια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες