Τὸ μὲν οὖν δημαγωγεῖν τοῖς Ἕλλησι τὰ πράγματα, καὶ στρατηγεῖν καὶ διοικεῖν καὶ βουλεύεσθαι καὶ πράττειν, ἃ τῷ κοινῷ τοῦ γένους λυσιτελήσει, χρημάτων εἵνεκα καὶ δόξης καὶ σωτηρίας, ἄρχουσι μὲν προσήκειν διὰ φροντίδος εἶναι ᾤετο, καὶ αὐτῷ μάλα πρὸς τρόπου, ἀλλὰ τὸν ἄλλον χρόνον· τηνικαῦτα δὲ τῆς περὶ Χριστὸν εὐσεβείας κινδυνευούσης ἀπολωλέναι, καὶ τοῦ καιροῦ καλοῦντος τὸν προστησόμενον, εἰκός γε ἐδόκει, μὴ ὅτι τὰ Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ τὰ αὑτοῦ, καὶ τὴν ψυχήν, ὡς εἰπεῖν, τὴν αὑτοῦ, καὶ πάντα ἀφέντα, μόνων τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἀγώνων γενέσθαι καὶ στῆναι κατὰ τῆς πλάνης ὅπλα δικαιοσύνης, κινοῦντα καὶ τὴν τοῦ πνεύματος μάχαιραν, τὴν γλῶτταν δὴ τὴν αὑτοῦ· ἐπεὶ καὶ τὴν ἀρχὴν εὖ ποιήσειν ἀπὸ τουτωνὶ τῶν ἀγώνων, πάνυ γὰρ ἂν καλῶς τὴν Ἑλλάδα πρᾶξαι, τοῦ Χριστοῦ παρελθόντος. Καὶ τοίνυν Δημητρίῳ μὲν ἡ γλῶσσα ἐνεργὸς ἦν, τὴν τῆς ψυχῆς ἐπιδεικνῦσα περὶ τὸν Χριστὸν προθυμίαν, πάντας δ’ οὓς ἡ ἐκείνου φήμη κατέσχε καὶ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων θέατρον ἦσαν, ἡδέως μὲν προχωροῦντες, ἡττώμενοι δὲ πρὸς ἀνάγκην τῶν θαυμαστῶν ἐκείνων σειρήνων· ὥστ’ οὐδεὶς ἦν, ὃς γεγονὼς τοῦ θεάτρου, πρὸς παλινῳδίαν ἐξῆγεν.
Μετάφραση
Το να καθοδηγεί κανείς τα πολιτικά πράγματα για τους Έλληνες, να στρατηγεί, να διοικεί, να βουλεύεται και να πράττει όσα είναι ωφέλιμα για το κοινό του γένους, για χάρη χρημάτων, δόξας και σωτηρίας, πίστευε ότι άρμοζε μεν στους άρχοντες να το φροντίζουν, και ταίριαζε πολύ και στον ίδιο, αλλά σε άλλο χρόνο. Τότε όμως, επειδή η ευσέβεια προς τον Χριστό κινδύνευε να χαθεί, και οι περιστάσεις καλούσαν κάποιον να τεθεί επικεφαλής, του φαινόταν εύλογο να εγκαταλείψει όχι μόνο τις υποθέσεις των Ελλήνων, αλλά και τις δικές του, ακόμη, τρόπον τινά, και την ίδια του την ψυχή, και αφού τα αφήσει όλα, να αφιερωθεί αποκλειστικά στους αγώνες υπέρ της ευσέβειας και να αντιταχθεί στην πλάνη με όπλα δικαιοσύνης, κινώντας και τη μάχαιρα του Πνεύματος, δηλαδή τη γλώσσα του. Άλλωστε, πίστευε ότι από αυτούς τους αγώνες θα υπήρχε καλό ξεκίνημα, αφού η Ελλάδα θα ευημερούσε εάν επικρατούσε ο Χριστός. Και πράγματι, η γλώσσα του Δημητρίου ήταν ενεργή, φανερώνοντας την προθυμία της ψυχής του για τον Χριστό, ενώ όλοι όσοι προσελκύονταν από τη φήμη του, Έλληνες και βάρβαροι, γίνονταν ακροατήριό του, προσερχόμενοι με χαρά και υποτασσόμενοι αναγκαστικά σε εκείνες τις θαυμαστές σειρήνες, ώστε δεν υπήρχε κανείς, ο οποίος, αφού βρέθηκε στο ακροατήριό του, να υποχωρεί σε αναίρεση των πεποιθήσεών του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες