Καὶ γὰρ τοῦ Θεοῦ δεδωκότος ἐντολήν· «τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου» καὶ «ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω», ἀντενομοθέτουν κἀκεῖνοι, τὴν τιμὴν εἰς ἀτιμίαν μεταφέροντες, καὶ ἀργυρίου τὸ πρὸς τοὺς γονέας καθῆκον παρὰ τῶν τέκνων ἀντικαταλλάσσοντες· καὶ ἀναγινώσκοντες δὲ τὰς τοῦ Δαυὶδ πράξεις, ἀντεμελέτων αὐταῖς καὶ ᾐτιῶντο τοὺς ἀναιτίους τίλλοντας στάχυας καὶ ψώχοντας ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου. Ἔμελε δὲ αὐτοῖς οὔτε τῶν νόμων οὔτε διὰ τὸ σάββατον, ἐν αὐτῷ γὰρ μᾶλλον παρηνόμουν· ἀλλ’ ὅτι τὸν τρόπον ὄντες πονηροί, τοῖς τε μαθηταῖς ἐφθόνουν σῳζομένοις, καὶ μόνον ἠβούλοντο τὰ τῆς ἰδίας γνώμης κρατεῖν. Ἐκεῖνοι μὲν οὖν τῆς ἰδίας παρανομίας ἔχουσι τὰ ἐπίχειρα, ἀνίεροι γενόμενοι καὶ λοιπὸν «ἄρχοντες Σοδόμων καὶ λαὸς Γομόρρας» χρηματίζοντες.
Μετάφραση
Διότι, ενώ ο Θεός είχε δώσει την εντολή: «τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου» και «όποιος κακολογεί τον πατέρα ή τη μητέρα του να θανατώνεται», εκείνοι θέσπιζαν αντίθετους νόμους, μετατρέποντας την τιμή σε ατιμία και ανταλλάσσοντας με αργύρια το καθήκον των τέκνων προς τους γονείς. Και ενώ διάβαζαν τις πράξεις του Δαβίδ, αντιτάσσονταν σε αυτές και κατηγορούσαν τους αναίτιους επειδή έκοβαν και έτριβαν στάχυα την ημέρα του Σαββάτου. Δεν ενδιαφέρονταν όμως ούτε για τους νόμους ούτε για το Σάββατο, διότι κατά την ημέρα αυτή περισσότερο παρανομούσαν· αλλά, επειδή ήταν πονηροί στον χαρακτήρα τους, φθονούσαν τους μαθητές που σώζονταν και το μόνο που επιθυμούσαν ήταν να επικρατεί η δική τους γνώμη. Αυτοί, επομένως, υφίστανται τα επίχειρα της δικής τους παρανομίας, έχοντας καταστεί ανίεροι και ονομαζόμενοι πλέον «άρχοντες των Σοδόμων και λαός της Γομόρρας».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες