Ὅταν γοῦν περὶ ἑτέρας ἐντολῆς λέγῃ τῆς οὐ γνωρίμης ἡμῖν ἀπὸ τοῦ συνειδότος γενομένης, οὐκ ἀπαγορεύει μόνον, ἀλλὰ καὶ τὴν αἰτίαν προστίθησι. Περὶ σαββάτου γοῦν νομοθετῶν καὶ λέγων, Τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ οὐ ποιήσεις ἔργον, καὶ τὴν αἰτίαν ἐπήγαγε τῆς ἀργίας· ποίαν δὴ ταύτην; Ὅτι ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων αὐτοῦ ὧν ἤρξατο ποιῆσαι· καὶ πάλιν, Ὅτι οἰκέτης ἦσθα ἐν γῇ Αἰγύπτῳ. Τίνος οὖν ἕνεκεν, εἰπέ μοι, ἐπὶ μὲν τοῦ σαββάτου τὴν αἰτίαν προσέθηκεν, ἐπὶ δὲ τοῦ φόνου οὐδὲν τοιοῦτον ἐποίησεν; Ἐπειδὴ αὕτη μὲν ἡ ἐντολὴ οὐ τῶν προηγουμένων ἦν, οὐδὲ τῶν ἐκ τοῦ συνειδότος ἡμῖν ἠκριβωμένων, ἀλλὰ μερική τις καὶ πρόσκαιρος, διὰ τοῦτο καὶ κατελύθη μετὰ ταῦτα· αἱ δὲ ἀναγκαῖαι καὶ συνέχουσαι τὴν ζωὴν τὴν ἡμετέραν, ἐκεῖναί εἰσιν· Οὐ φονεύσεις, Οὐ μοιχεύσεις, Οὐ κλέψεις. Διόπερ οὐδαμοῦ αἰτίαν ἐνταῦθα τίθησιν, οὐδὲ διδασκαλίαν εἰσάγει, ἀλλ᾽ ἀρκεῖται ψιλῇ τῇ ἀπαγορεύσει.
Μετάφραση
Όταν λοιπόν κάνει λόγο για κάποια άλλη εντολή, η οποία δεν μας έχει γίνει γνωστή από τη συνείδηση, δεν απαγορεύει μόνο, αλλά προσθέτει και την αιτία. Νομοθετώντας, για παράδειγμα, για το Σάββατο και λέγοντας, «Την έβδομη ημέρα δεν θα κάνεις κανένα έργο», παρέθεσε και την αιτία της αργίας· και ποια είναι αυτή; «Διότι την έβδομη ημέρα κατέπαυσε ο Θεός από όλα τα έργα Του, τα οποία άρχισε να δημιουργεί»· και πάλι, «Επειδή ήσουν δούλος στη γη της Αιγύπτου». Για ποιον λόγο, πες μου, στην περίπτωση του Σαββάτου πρόσθεσε την αιτία, ενώ στην περίπτωση του φόνου δεν έκανε τίποτα τέτοιο; Επειδή αυτή η εντολή δεν ήταν από τις πρωταρχικές, ούτε από εκείνες που γνωρίζουμε με ακρίβεια από τη συνείδησή μας, αλλά ήταν μερική και πρόσκαιρη, γι' αυτό και καταργήθηκε αργότερα· ενώ οι αναγκαίες και εκείνες που συγκρατούν τη ζωή μας, είναι οι εξής: «Ου φονεύσεις, ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις». Γι' αυτό πουθενά εδώ δεν παραθέτει αιτία, ούτε εισάγει διδασκαλία, αλλά αρκείται στην απλή απαγόρευση.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες