Πῶς; Ὀρθ. Ὅτι πᾶσα ἡ γενητὴ φύσις, ἡ οὖσα λογικὴ, καὶ ἀφ᾽ ἑαυτῆς λαλεῖ· ὡς ὅταν λέγῃ ὁ Ἀβραάμ· «Μή τι, Κύριε, ἐὰν λαλήσω ἔτι ἅπαξ·» καὶ ὁ Μωσῆς· «Ἰσχνόφωνος καὶ βραδύγλωσσός εἰμι·» καὶ τὸ, «Δέομαί σε, Κύριε, προχείρισαι ἄλλον·» καὶ ὡς Ἱερεμίας· «Νεώτερός εἰμι, καὶ οὐ δύναμαι προφητεύειν·» ὥστε λέγειν αὐτῷ τὸν Θεόν· «Μὴ λέγε, ὅτι Νεώτερός εἰμι ἐγώ.» Καὶ ὁ Ἰωνᾶς, ἀφ᾽ ἑαυτοῦ βουλευσάμενος, ἀνέβη εἰς πλοῖον, τοῦ φυγεῖν εἰς Ταρσεῖς ἀπὸ προσώπου Κυρίου. Τὸ δὲ Πνεῦμα οὐχ οὕτως· οὐδὲ γὰρ ἔχει φύσιν τοῦ ἕτερον ἔχειν θέλημα, ὅπερ οὐκ ἔστι τοῦ Θεοῦ· ἀλλὰ πάντα, ὅσα ἂν λαλῇ, τοῦ Θεοῦ εἰσι λόγια. Καὶ διὰ τοῦτο εἴρηται· «Οὐ λαλήσει ἀφ᾽ ἑαυτοῦ.» Καὶ γὰρ καὶ περὶ τοῦ Υἱοῦ τὸ αὐτὸ εἴρηται· ἐπειδὴ μή ἐστιν ἐν αὐτῷ ἄλλο τι θέλημα, ὃ οὐκ ἔστι τοῦ Πατρός. Μακεδ. Οὐκ ἔχει οὖν ἴδιον θέλημα τὸ Πνεῦμα; Ὀρθ. Ἀπεξενωμένον τοῦ Θεοῦ μὴ γένοιτο εἰπεῖν! Μακεδ. Ἀλλὰ πῶς οὐκ ἔχει θέλημα ἴδιον; Ὀρθ. Τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα τοῦ Πνεύματός ἐστι θέλημα. Οὐ γὰρ ἀγνοεῖ τὸ τοῦ Θεοῦ θέλημα· ἀλλ᾽ ὃ θέλει ὁ Πατὴρ, τοῦτο θέλει καὶ τὸ Πνεῦμα· πάντα γὰρ οἶδε τὰ τοῦ Θεοῦ, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὰ τοῦ ἀνθρώπου. Μακεδ. Καίτοιγε καὶ ὁ Υἱὸς λέγει· «Οὐκ ἦλθον ποιῆσαι τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με.» Ὀρθ. Τί δὲ ἦν τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντος αὐτὸν, ὃ ἦλθε ποιῆσαι; Μακεδ.
Μετάφραση
Πώς; Ορθ. Επειδή κάθε κτιστή φύση, η οποία είναι λογική, μιλάει και από τον εαυτό της· όπως όταν λέει ο Αβραάμ: «Ας μη θυμώσει ο Κύριος, εάν μιλήσω ακόμη μία φορά»· και ο Μωυσής: «Είμαι ισχνόφωνος και βραδύγλωσσος»· και το, «Σε παρακαλώ, Κύριε, διόρισε άλλον»· και όπως ο Ιερεμίας: «Είμαι νέος και δεν μπορώ να προφητεύω»· ώστε να του λέει ο Θεός: «Μη λες ότι εγώ είμαι νέος». Και ο Ιωνάς, αποφασίζοντας από τον εαυτό του, ανέβηκε σε πλοίο, για να φύγει στη Θαρσείς μακριά από το πρόσωπο του Κυρίου. Το Πνεύμα όμως δεν είναι έτσι· διότι ούτε έχει τέτοια φύση ώστε να έχει διαφορετικό θέλημα, το οποίο να μην είναι του Θεού· αλλά όλα, όσα κι αν λέει, είναι λόγια του Θεού. Και γι' αυτό έχει ειπωθεί: «Δεν θα μιλήσει από τον εαυτό του». Διότι και για τον Υιό έχει ειπωθεί το ίδιο· επειδή δεν υπάρχει σε αυτόν κάποιο άλλο θέλημα, το οποίο να μην είναι του Πατρός. Μακεδ. Δεν έχει, λοιπόν, δικό του θέλημα το Πνεύμα; Ορθ. Ξένο προς τον Θεό, μη γένοιτο να το πούμε! Μακεδ. Αλλά πώς δεν έχει δικό του θέλημα; Ορθ. Το θέλημα του Θεού είναι και θέλημα του Πνεύματος. Διότι δεν αγνοεί το θέλημα του Θεού· αλλά ό,τι θέλει ο Πατέρας, αυτό θέλει και το Πνεύμα· διότι γνωρίζει όλα τα του Θεού, όπως το πνεύμα του ανθρώπου τα του ανθρώπου. Μακεδ. Και όμως, και ο Υιός λέει: «Δεν ήρθα για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με έστειλε». Ορθ. Και ποιο ήταν το θέλημα εκείνου που τον έστειλε, το οποίο ήρθε να κάνει; Μακεδ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες