Πάλιν δὲ τὸ ῥηθὲν ἐξετάσωμεν. Καιρός, φησί, τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν. εἴθε κἀμοὶ γένοιτο ἐν καιρῷ τε ὁ τόκος καὶ ὁ εὔκαιρος θάνατος! οὐ γὰρ ἄν τις εἴποι τὴν ἀκούσιον ταύτην ὠδῖνα καὶ τὸν αὐτόματον θάνατον παρὰ τοῦ ἐκκλησιαστοῦ νῦν ὡς ἐν ἀρετῆς κατορθώσει προδείκνυσθαι· οὔτε γὰρ ἐπὶ τῷ θελήματι τῆς γυναικὸς ἡ ὠδὶς οὔτε ἐπὶ τῇ προαιρέσει τῶν τελευτώντων ὁ θάνατος. ὃ δὲ ἐφ᾽ ἡμῖν οὐκ ἔστιν, οὔτε ἀρετὴν ἄν τις οὔτε κακίαν ὁρίσαιτο. οὐκοῦν νοῆσαι προσήκει τὸν τόκον τὸν εὔκαιρον καὶ τὸν ἐν καιρῷ γινόμενον θάνατον. ἐμοὶ δοκεῖ τόκος ὥριμος καὶ οὐκ ἀμβλωθρίδιος εἶναι, ὅταν, καθώς φησιν Ἡσαΐας, ἐκ τοῦ θείου τις φόβου κυοφορήσας διὰ τῶν τῆς ψυχῆς ὠδίνων τὴν ἰδίαν σωτηρίαν γεννήσῃ· ἑαυτῶν γὰρ τρόπον τινὰ πατέρες γινόμεθα, ὅταν διὰ τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως ἑαυτοὺς πλάσωμέν τε καὶ γεννήσωμεν καὶ εἰς φῶς προαγάγωμεν. τοῦτο δὲ ποιοῦμεν διὰ τοῦ δέξασθαι ἐν ἑαυτοῖς τὸν θεὸν, Τέκνα θεοῦ καὶ τέκνα δυνάμεως καὶ υἱοὶ ὑψίστου γενόμενοι. καὶ πάλιν ἑαυτοὺς ἀμβλίσκομεν καὶ ἀτελεσφορήτους τε καὶ ὑπηνεμίους ἀπεργαζόμεθα, ὅταν μὴ μορφωθῇ ἐν ἡμῖν, καθώς φησιν ὁ ἀπόστολος, ἡ τοῦ Χριστοῦ μορφή. δεῖ γὰρ εἶναι, φησίν, ἄρτιον τὸν τοῦ θεοῦ ἄνθρωπον. ἄρτιος δὲ πάντως ἐκεῖνός ἐστιν, ᾧ τελείως ὁ τῆς φύσεως συμπεπλήρωται λόγος.
Μετάφραση
Ας εξετάσουμε πάλι αυτό που ειπώθηκε. «Καιρός», λέει, «για να γεννήσει κανείς και καιρός για να πεθάνει». Είθε και σε μένα να συμβεί η εν καιρώ γέννηση και ο εύκαιρος θάνατος! Διότι κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτός ο ακούσιος πόνος του τοκετού και ο φυσιολογικός θάνατος παρουσιάζονται τώρα από τον Εκκλησιαστή ως κατόρθωμα αρετής· διότι ούτε ο τοκετός εξαρτάται από το θέλημα της γυναίκας, ούτε ο θάνατος από την προαίρεση εκείνων που πεθαίνουν. Και ό,τι δεν εξαρτάται από εμάς, κανείς δεν θα μπορούσε να το ορίσει ούτε ως αρετή ούτε ως κακία. Επομένως, πρέπει να κατανοήσουμε πνευματικά την εύκαιρη γέννηση και τον θάνατο που συμβαίνει την κατάλληλη στιγμή. Μου φαίνεται πως ώριμος τοκετός, και όχι έκτρωση, είναι όταν, όπως λέει ο Ησαΐας, αφού κυοφορήσει κανείς από τον θείο φόβο, γεννήσει μέσω των ωδινών της ψυχής τη δική του σωτηρία· διότι κατά κάποιον τρόπο γινόμαστε πατέρες του ίδιου μας του εαυτού, όταν μέσω της αγαθής προαιρέσεως πλάσουμε, γεννήσουμε και φέρουμε στο φως τον εαυτό μας. Αυτό δε το επιτυγχάνουμε με το να δεχθούμε μέσα μας τον Θεό, γινόμενοι τέκνα Θεού, τέκνα δυνάμεως και υιοί Υψίστου. Και αντιθέτως, αποβάλλουμε τον εαυτό μας και τον καθιστούμε ατελέσφορο και κενό, όταν δεν μορφωθεί μέσα μας, όπως λέει ο Απόστολος, η μορφή του Χριστού. Διότι ο άνθρωπος του Θεού, λέει, πρέπει να είναι άρτιος. Και άρτιος είναι οπωσδήποτε εκείνος, στον οποίο έχει εκπληρωθεί τελείως ο σκοπός της φύσεως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες