Ταῦτα, φησὶν, ἐμοὶ νεκρὰ γέγονε, τὰ οὕτω λαμπρὰ καὶ μεγάλα. «Κἀγὼ τῷ κόσμῳ.» Διπλῆν τὴν νέκρωσιν λέγει, ὅτι καὶ ἐκεῖνα ἐμοὶ νεκρὰ, καὶ ἐγὼ ἐκείνοις, καὶ οὔτε αὐτὰ ἀνελεῖν με δύνανται, καὶ χειρώσασθαι· νεκρὰ γάρ ἐστιν ἅπαξ· οὔτε ἐγὼ ἐπιθυμῆσαι αὐτῶν· νεκρὸς γὰρ αὐτοῖς εἰμι κἀγώ. «Ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει, οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις.» Βλέπε πόσην κηρύττει τὴν δύναμιν τοῦ σταυροῦ· οὐ γὰρ δὴ μόνον τὰ τοῦ κόσμου πράγματα ἐνέκρωσεν ἐν ἑαυτῷ πάντα, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτείας τῆς παλαιᾶς ἀνωτέρω πολλῷ κατέστησεν. Λέγει δὲ τὴν καινὴν κτίσιν, τὴν δεδομένην διὰ πίστεως. «Καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ᾽ αὐτοὺς, καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ.» Οἱ ταῦτα διώκοντες, φησὶν, οὗτοι καὶ εἰρήνης, καὶ φιλανθρωπίας ἀπολαύοντες, καὶ τῷ τοῦ Ἰσραὴλ ὀνόματι κυρίως ἂν καλοῖντο. «Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω.» Ἐνταῦθα οὐχ ὡς καμὼν, οὐδὲ ὡς περικακήσας ταῦτα φθέγγεται, ἀλλὰ ἀναστέλλων αὐτῶν τὴν ῥᾴθυμον γνώμην, καὶ εἰς φόβον πλείονα ἐμβαλὼν, καὶ πηγνὺς τοὺς παρ᾽ αὐτοῦ τεθέντας νόμους, καὶ οὐ συγχωρῶν αὐτοὺς ἀεὶ κινεῖν. «Ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω.» Παντὸς λόγου καὶ πάσης φωνῆς, φησὶ, λαμπρότερον διὰ τῶν στιγμάτων ἀπολογοῦμαι πρὸς τοὺς λέγοντας ὑποκρίνεσθαί με τὸ δόγμα, καὶ πρὸς ἀνθρωπαρεσκίαν λέγειν.
Μετάφραση
Αυτά, λέει, έχουν γίνει νεκρά για εμένα, τα τόσο λαμπρά και μεγάλα. «Και εγώ για τον κόσμο». Ομιλεί για διπλή νέκρωση, ότι δηλαδή και εκείνα είναι νεκρά για εμένα, και εγώ για εκείνα, και ούτε αυτά μπορούν να με εξοντώσουν και να με καθυποτάξουν· διότι είναι οριστικά νεκρά· ούτε εγώ μπορώ να τα επιθυμήσω· διότι και εγώ είμαι νεκρός γι' αυτά. «Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε η περιτομή έχει καμία ισχύ, ούτε η ακροβυστία, αλλά η νέα κτίση». Βλέπε πόση δύναμη του σταυρού κηρύττει· διότι όχι μόνο νέκρωσε μέσα του όλα τα πράγματα του κόσμου, αλλά και τον κατέστησε πολύ ανώτερο από την παλαιά πολιτεία. Και ονομάζει νέα κτίση αυτήν που δίνεται διαμέσου της πίστεως. «Και όσοι βαδίσουν σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, ειρήνη σε αυτούς και έλεος, και στον Ισραήλ του Θεού». Όσοι τα επιδιώκουν αυτά, λέει, αυτοί είναι που απολαμβάνουν και την ειρήνη και τη φιλανθρωπία, και οι οποίοι θα ονομάζονταν κυριολεκτικά με το όνομα του Ισραήλ. «Στο εξής, ας μην μου προκαλεί κανείς κόπους». Εδώ τα λέει αυτά όχι επειδή έχει κουραστεί, ούτε επειδή έχει αποθαρρυνθεί, αλλά για να ανακόψει τη ράθυμη νοοτροπία τους, να τους εμβάλει σε μεγαλύτερο φόβο, να στερεώσει τους νόμους που έχουν τεθεί από τον ίδιο και να μην τους επιτρέπει να τους κλονίζουν διαρκώς. «Διότι εγώ βαστάζω στο σώμα μου τα στίγματα του Κυρίου Ιησού». Πιο λαμπρά, λέει, από κάθε λόγο και από κάθε φωνή, απολογούμαι μέσω των στιγμάτων προς εκείνους που ισχυρίζονται ότι υποκρίνομαι στο δόγμα και ότι μιλώ από ανθρωπαρέσκεια.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες