Εἰ μὲν οὖν, ὡς προεῖπον, διὰ τὸ νοερὸν τῆς ψυχῆς εἴπῃς τὸν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ, ὀρθῶς λέγεις. Πλὴν οὐ δι’ ἕτερόν τι κατ’ εἰκόνα θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν λέγεται ὁ ἄνθρωπος εἰ μὴ διὰ τὸ ἔχειν αὐτὸν ἐξ αὐτῆς τῆς θείας ὑποστάσεως ἐκείνου τοῦ θείου ἐμφυσήματος ὥσπερ ἀπόῤῥοιάν τινα θεοῦ ἢ ἀποσκίασμα τὴν λογικὴν πνοὴν τῆς ζωῆς αὐτῷ μεταδοθεῖσαν τῆς ψυχῆς, ὅπερ ἐμφύσημα καὶ θεόσδοτον καὶ θεόστομον γέννημα οὔτε ἄγγελος οὔτε Χερουβὶμ οὔτέ τις κτίσις ἑτέρα ἠξιώθη δέξασθαι εἰ μὴ ὁ ἄνθρωπος ὡς μέλλων οὐσιώδης οἶκος θεοῦ ἀναδείκνυσθαι.
Μετάφραση
Αν λοιπόν, όπως είπα προηγουμένως, λες ότι ο άνθρωπος είναι «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» εξαιτίας του νοερού της ψυχής, σωστά μιλάς. Όμως ο άνθρωπος δεν λέγεται «κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν» για κανέναν άλλον λόγο, παρά μόνο επειδή έχει μέσα του, από την ίδια τη θεία υπόσταση, εκείνο το θείο εμφύσημα, σαν κάποια απορροή ή αποσκίασμα του Θεού, δηλαδή τη λογική πνοή της ζωής που μεταδόθηκε στην ψυχή του. Και αυτό το εμφύσημα, αυτό το θεόδοτο και θεόστομο γέννημα, δεν αξιώθηκε να το δεχθεί ούτε άγγελος ούτε Χερουβίμ ούτε καμιά άλλη κτίση, παρά μόνο ο άνθρωπος, επειδή επρόκειτο να αναδειχθεί ζωντανός και ουσιώδης οίκος του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως εἰς τὸ κατ’ εἰκόνα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δι’ οὐδὲν ἕτερον ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον ὁ θεὸς σύνθετον ἐκ θνητῆς καὶ ἀθανάτου φύσεως εἰ μὴ εἰς τύπον καὶ εἰκόνα τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ συνθέσεως τοῦ Χριστοῦ· λόγος δεύτερος.}