Οὐχ ὡς τὰ ὁρώμενα δὲ τοιοῦτον κἀκεῖνό ἐστιν, ἀλλ’ ἀσυγκρίτως καὶ ἀρρήτως ὑπὲρ ἅπαντα τὰ ὁρώμενα· οὐδὲ καθ’ ἓν τούτων ὡς ταῦτα καὶ τὸ ἓν ἐκεῖνο κεχωρισμένως εὑρίσκεται, ἀλλ’ ἓν μένον ἀναλλοιώτως καὶ τὸ αὐτὸ πανάγαθόν ἐστι καὶ ὑπὲρ πᾶν ἀγαθόν. Οὕτω τοιγαροῦν τετίμηται καὶ αὐτὸς ὁ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ὁμοίωσιν κτισθεὶς ἄνθρωπος, μίαν αἴσθησιν ἔχων ἐν μιᾷ ψυχῇ καὶ νοῒ καὶ λόγῳ, εἰ καὶ πενταχῶς διαμερίζεται ταῖς φυσικαῖς ἀνάγκαις τοῦ σώματος, πρὸς μὲν τὰ σωματικὰ διὰ τῶν πέντε διαιρουμένη ἀδιαιρέτως αἰσθήσεων, ἥτις καὶ ἀναλλοιώτως ἀλλοιουμένη τὴν ἐνέργειαν δείκνυσι, βλέπουσα οὐκ αὐτή, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς ἡ ψυχή, οὕτω δὲ καὶ ἀκούουσα καὶ ὀσφραινομένη καὶ γευομένη καὶ τῇ ἁφῇ διακρίνουσα. Ἐν δὲ τοῖς πνευματικοῖς οὐκέτι θυρίσιν αἰσθήσεων διαιρεῖσθαι καταναγκάζεται, οὐκέτι ζητεῖ ἀνοιγῆναι τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ ἰδεῖν ἤ τι τῶν ὄντων θεάσασθαι, οὐδὲ τὰ ὦτα λόγον εἰσδέξασθαι, οὐδὲ ὄσφρησιν ἐκκαθᾶραι εἰς τὸ ὀξέως ὀσφραίνεσθαι· οὐδὲ δεῖται χειλέων ἢ γλώττης πρὸς τὴν τοῦ γλυκέος ἢ πικροῦ γεῦσιν ὁμοῦ καὶ διάκρισιν, οὐδὲ χειρῶν τοῦ ἐπαφᾶσθαι καὶ εἰδέναι δι’ αὐτῶν τὸ τραχύ τε καὶ λεῖον καὶ ὁμαλόν.
Μετάφραση
Όμως εκείνο δεν είναι όπως τα ορατά, αλλά είναι ασυγκρίτως και ανεκφράστως ανώτερο από όλα τα ορατά. Ούτε βρίσκεται χωριστά ως ένα, όπως καθένα από αυτά, αλλά παραμένοντας αναλλοίωτα ένα και το αυτό, είναι πανάγαθο και υπεράνω κάθε αγαθού. Με αυτόν τον τρόπο, λοιπόν, έχει τιμηθεί και ο ίδιος ο άνθρωπος που πλάστηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του Θεού, έχοντας μία αίσθηση μέσα σε μία ψυχή και νου και λόγο, αν και μερίζεται με πενταπλό τρόπο για τις φυσικές ανάγκες του σώματος. Καθώς ως προς τα σωματικά διαιρείται αδιαίρετα μέσω των πέντε αισθήσεων, η οποία μάλιστα, αλλοιούμενη αναλλοίωτα, φανερώνει την ενέργειά της, εφόσον δεν βλέπει αυτή η ίδια, αλλά η ψυχή μέσω αυτής, και ομοίως ακούει και οσφραίνεται και γεύεται και διακρίνει με την αφή. Στα πνευματικά όμως δεν αναγκάζεται πλέον να διαιρείται από τις θύρες των αισθήσεων, δεν αναζητά πλέον να ανοίξουν τα μάτια της για να δει ή να αντικρίσει κάτι από τα όντα, ούτε τα αυτιά της για να δεχθούν λόγο, ούτε να καθαρίσει την όσφρηση για να οσφραίνεται εντόνως. Ούτε χρειάζεται χείλη ή γλώσσα για τη γεύση και ταυτόχρονα διάκριση του γλυκού ή του πικρού, ούτε χέρια για να ψηλαφίζει και να γνωρίζει μέσω αυτών το τραχύ και το λείο και το ομαλό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες