ΟΜΙΛΙΑ Β ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ Ὁ μὲν σοφὸς Σολομὼν οὐκ ἐν πειθοῖς σοφίας λόγοις ἀλλ᾽ ἐν διδακτοῖς πνεύματος ἁγίου σοφισθείς, ἐν τοῖς ἀρτίως ἡμῖν ἀνεγνωσμένοις ἀποσεμνύνων τὸν ἄνθρωπον ἐβόα λέγων· Μέγα ἄνθρωπος καὶ τίμιον ἀνὴρ ἐλεήμων· ἐγὼ δὲ ματαίως κατ᾽ ἐμαυτὸν ἐσκόπουν ἅ τε εἶχον ἐν τῇ ἐμαυτοῦ διανοίᾳ καὶ ἃ παρὰ τῆς γραφῆς δεδιδαγμένος ἤμην περὶ τοῦ ἀνθρώπου. αὐτὸς μὲν γὰρ ἐλογιζόμην ὅτι πῶς μέγα ἄνθρωπος, τὸ ἐπίκηρον ζῷον τὸ μυρίοις πάθεσιν ὑποκείμενον τὸ ἐκ γενετῆς εἰς γῆρας μυρίων κακῶν ἑσμὸν ἐξαντλοῦν, περὶ οὗ εἴρηται· Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ; καὶ ὁ μὲν ψαλμῳδὸς καταφρονεῖ ὡς εὐτελοῦς τοῦ ζῴου καὶ ἡ παροιμία ἀποσεμνύνει ὡς μέγα τι τὸν ἄνθρωπον. ἀλλά μοι τὴν τοιαύτην διαπόρησιν ἔλυσεν ἡ ἱστορία τῆς γενέσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀναγνωσθεῖσα. ἠκούομεν γὰρ νῦν ὅτι Ὁ θεὸς ἔλαβε χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ ἔπλασε τὸν ἄνθρωπον. εὗρον ἐκ τοῦ ῥήματος τούτου ἀμφότερα, ὅτι οὐδὲν ἄνθρωπος καὶ μέγα ἄνθρωπος· ἐὰν πρὸς τὴν φύσιν μόνον ἀποβλέψῃς, τὸ μηδὲν καὶ τοῦ μηδενὸς ἄξιος, ἐὰν δὲ πρὸς τὴν τιμὴν ἣν ἐτιμήθη, μέγα ἄνθρωπος. ποία; Εἶπεν ὁ θεός Γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο φῶς. σύγκρινον ἀνθρώπου γένεσιν καὶ φωτὸς γένεσιν. ἐκεῖ εἶπε· Γενηθήτω στερέωμα.
Μετάφραση
ΟΜΙΛΙΑ Β΄ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο σοφός Σολομών, έχοντας αποκτήσει σοφία όχι με πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας αλλά με τα διδάγματα του Αγίου Πνεύματος, στα κείμενα που μόλις μας αναγνώστηκαν, εξυμνώντας τον άνθρωπο αναφωνούσε λέγοντας: «Μέγα πράγμα ο άνθρωπος, και πολύτιμο ο ελεήμων άνδρας». Εγώ, όμως, μάταια εξέταζα μέσα μου τόσο αυτά που είχα στη δική μου διάνοια όσο και εκείνα που είχα διδαχθεί από τη Γραφή σχετικά με τον άνθρωπο. Διότι από μόνος μου αναλογιζόμουν: πώς είναι κάτι το μέγα ο άνθρωπος, αυτό το φθαρτό ον, που υπόκειται σε μύρια πάθη, το οποίο από τη γέννησή του μέχρι τα γηρατειά του υφίσταται ένα σμήνος από μύρια κακά, για το οποίο έχει ειπωθεί: «Κύριε, τι είναι ο άνθρωπος, ώστε να γίνεις γνωστός σε αυτόν;» Και ο μεν ψαλμωδός τον περιφρονεί ως ένα ευτελές ον, ενώ η Παροιμία εξυμνεί τον άνθρωπο ως κάτι το σπουδαίο. Αλλά αυτή μου την απορία την έλυσε η αφήγηση της δημιουργίας του ανθρώπου, όταν διαβάστηκε. Διότι ακούσαμε τώρα ότι ο Θεός έλαβε χώμα από τη γη και έπλασε τον άνθρωπο. Βρήκα μέσα από αυτόν τον λόγο και τα δύο, ότι ο άνθρωπος είναι και ένα τίποτα και κάτι το μέγα: εάν αποβλέψεις μόνο στη φύση του, είναι ένα τίποτα και άξιος για το τίποτα, εάν όμως αποβλέψεις στην τιμή με την οποία τιμήθηκε, είναι μέγα πράγμα ο άνθρωπος. Ποια είναι αυτή η τιμή; Είπε ο Θεός: «Γενηθήτω φως», και έγινε φως. Σύγκρινε τη δημιουργία του ανθρώπου και τη δημιουργία του φωτός. Εκεί είπε: «Γενηθήτω στερέωμα».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες