Εἴτε οὖν πολὺν χρόνον εἴτε ὀλίγον ἀκατασκεύαστον αὐτὴν καὶ ἀόρατον συνεχώρησεν, οὐδεὶς τοῦτο ἐπίσταται. Ἀλλ’ οὔτε ὁ θεῖος Μωσῆς περὶ τούτου δεδήλωκεν, ἀλλ’ ὅτι «ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν», καὶ ὅτι εἶπε «Γενηθήτω φῶς», καὶ εὐθὺς συνεστάλη τὸ σκότος καὶ ἀντεισήχθη τὸ φῶς. «Καὶ ἐκάλεσε», φησίν, «ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα», ἑκάτερα δὲ ἡμέραν μίαν ἐκάλεσεν· «Ἐγένετο», φησίν, «ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία». Εἶτα τὴν καθεξῆς τῶν κτισμάτων διηγεῖται διακόσμησιν, Πνεύματι θείῳ διανοίᾳ καὶ γλώττῃ κινούμενος, καὶ ὅτι τῇ δευτέρᾳ ἡμέρᾳ προσέταξε· «Γενηθήτω στερέωμα»· τῇ δὲ τρίτῃ· «Συναχθήτω τὸ ὕδωρ» καὶ «Βλαστησάτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου καὶ ξύλον κάρπιμον ποιοῦν καρπόν»· τῇ δὲ τετάρτῃ· «Γενηθήτωσαν φωστῆρες»· τῇ δὲ πέμπτῃ· «Ἐξαγαγέτω τὰ ὕδατα ἑρπετὰ» καὶ κήτη καὶ πετεινά· τῇ δὲ ἕκτῃ· <Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ> τετράποδα χερσαῖα καὶ θηρία καὶ πάντα τὰ κτήνη· καὶ ἐγένετο οὕτως.
Μετάφραση
Είτε λοιπόν πολύ χρόνο είτε λίγο την άφησε αδιαμόρφωτη και αόρατη, κανείς δεν το γνωρίζει. Αλλά ούτε ο θείος Μωυσής δήλωσε κάτι περί τούτου, παρά μόνο ότι «στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη», και ότι είπε «Ας γίνει φως», και αμέσως συστάλθηκε το σκοτάδι και εισήχθη στη θέση του το φως. «Και ονόμασε», λέει, «ο Θεός το φως ημέρα και το σκοτάδι το ονόμασε νύχτα», και τα δύο μαζί τα ονόμασε μία ημέρα· «Έγινε», λέει, «εσπέρα και έγινε πρωί, ημέρα μία». Έπειτα διηγείται τη διακόσμηση των κτισμάτων που ακολούθησε, κινούμενος στο νου και στη γλώσσα από το θείο Πνεύμα, και ότι τη δεύτερη ημέρα πρόσταξε: «Ας γίνει στερέωμα»· την δε τρίτη: «Ας συναχθεί το νερό» και «Ας βλαστήσει η γη χορτάρι και καρποφόρο δέντρο που να κάνει καρπό»· την δε τέταρτη: «Ας γίνουν φωστήρες»· την δε πέμπτη: «Ας παραγάγουν τα νερά ερπετά» και κήτη και πετεινά· την δε έκτη: <Ας παραγάγει η γη> τετράποδα της ξηράς και θηρία και όλα τα κτήνη· και έγινε έτσι.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες