Ἢ οὐκ ἀληθεύει, λέγων· «Ζῶ ἐγὼ, λέγει Κύριος, ὅτι τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω;» ΠΑΛΛ. Πάνυ μὲν οὖν. ΚΥΡ. Ἀποπεραίνει γε μὴν τὰ εἰς δόξαν Θεοῦ πᾶς τις οὖν, οἶμαι, νεανικὸς, καὶ ἐπησκηκὼς ἀνδρείαν τὴν πνευματικὴν, καὶ ἀντανίστασθαι μεμελετηκὼς ὁρατοῖς τε καὶ ἀοράτοις ἐχθροῖς, ἑαυτόν τε καὶ ἑτέρους ἀνασώζειν εἰδὼς, καὶ ἐν Θεῷ πάντα δυνάμενος. ΠΑΛΛ. Σύμφημι. ΚΥΡ. Βούλει δὴ οὖν αὐτὸ δὴ τοῦτο καταθρῶμεν εὖ μάλα, καθάπερ ἐν πίνακι σκιαγραφηθὲν, ἐν τοῖς κατὰ τὸν θεσπέσιον Ἀβραὰμ ἐπωφελεστάτοις ἡμῖν διηγήμασιν; ΠΑΛΛ. Ἑλοίμην ἂν σφόδρα. Πῶς γὰρ οὔ; ΚΥΡ. Γέγραπται τοίνυν, ὡς κατῴκει τε καὶ κατηυλίζετο μὲν ἐν Σοδόμοις ὁ Λώτ· ἐπειδὴ δὲ τὴν γῆν δεινὸς καὶ βαρὺς κατέθει πόλεμος, τῶν τε ἀγχοῦ, καὶ τῶν ἐκ τῆς ὁμόρου χώρας, ὁμοῦ τοῖς ἡγεῖσθαι λαχοῦσι κατὰ κράτος ἑλόντων τὴν πόλιν, συναπεκομίζετο τοῖς ἐξαναστᾶσιν ὁ Λὼτ, καὶ ὁμοῦ τοῖς ἄλλοις δορύληπτος ἦν· παραγενόμενος δέ τις τῶν ἀνασεσωσμένων, «Ἀπηγγέλη,» φησὶν, «Ἀβραὰμ τῷ περάτῃ, αὐτὸς δὲ κατῴκει πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρῇ, Ἀμοῤῥαίου τοῦ ἀδελφοῦ Ἐσχὼλ, καὶ τοῦ ἀδελφοῦ Αὐνᾶν, οἳ ἦσαν συνωμόται τοῦ Ἀβράμ. Ἀκούσας δὲ Ἀβρὰμ, ὅτι ᾐχμαλώτευται Λὼτ ὁ ἀδελφιδοῦς αὐτοῦ, ἠρίθμησε τοὺς ἰδίους οἰκογενεῖς αὐτοῦ, τριακοσίους δέκα καὶ ὀκτώ. Καὶ κατεδίωξεν ὀπίσω αὐτῶν ἕως Δάν· καὶ ἐπέπεσεν ἐπ᾽ αὐτοὺς τὴν νύκτα αὐτὸς, καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ.
Μετάφραση
Ή δεν λέει την αλήθεια όταν λέει: «Ζω εγώ, λέει ο Κύριος, ότι αυτούς που με δοξάζουν θα τους δοξάσω;» ΠΑΛΛ. Βεβαιότατα. ΚΥΡ. Φέρνει λοιπόν εις πέρας όσα συντελούν στη δόξα του Θεού καθένας, νομίζω, που είναι γενναίος και έχει ασκηθεί στην πνευματική ανδρεία, και έχει εξασκηθεί να αντιστέκεται σε ορατούς και αόρατους εχθρούς, γνωρίζοντας να διασώζει τον εαυτό του και τους άλλους, και μπορώντας τα πάντα εν Θεώ. ΠΑΛΛ. Συμφωνώ. ΚΥΡ. Θέλεις λοιπόν να το εξετάσουμε αυτό πολύ καλά, σαν να είναι σκιαγραφημένο σε πίνακα, μέσα από τις πολύ ωφέλιμες για εμάς διηγήσεις σχετικά με τον θεσπέσιο Αβραάμ; ΠΑΛΛ. Θα το ήθελα πάρα πολύ. Πώς όχι άλλωστε; ΚΥΡ. Είναι γραμμένο λοιπόν, ότι ο Λωτ κατοικούσε και έμενε στα Σόδομα. Επειδή όμως ένας φοβερός και βαρύς πόλεμος ρήμαζε τη γη, καθώς αυτοί που βρίσκονταν κοντά και αυτοί από τη γειτονική χώρα, μαζί με τους αρχηγούς τους, κατέλαβαν την πόλη κατά κράτος, ο Λωτ απήχθη μαζί με τους εκδιωχθέντες και πιάστηκε αιχμάλωτος μαζί με τους άλλους. Αφού όμως έφτασε κάποιος από αυτούς που διασώθηκαν, «Αναγγέλθηκε», λέει, «στον Αβραάμ τον περάτη, ενώ αυτός κατοικούσε κοντά στη δρυ του Μαμβρή, του Αμορραίου, αδελφού του Εσχώλ και αδελφού του Αυνάν, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι του Άβραμ. Ακούγοντας δε ο Άβραμ ότι αιχμαλωτίστηκε ο Λωτ ο ανιψιός του, απαρίθμησε τους δικούς του υπηρέτες που είχαν γεννηθεί στο σπίτι του, τριακόσιους δεκαοκτώ. Και τους καταδίωξε έως τη Δαν. Και τους επιτέθηκε μέσα στη νύχτα, αυτός και οι υπηρέτες του.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες