Γέγραπται γὰρ οὕτως· «Ἐξῆλθε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων εἰς ἀπάντησιν αὐτῷ, μετὰ τὸ ὑποστρέψαι αὐτὸν ἀπὸ τῆς κοπῆς τοῦ Χοδολογόμορ, καὶ τῶν βασιλέων τῶν μετ᾽ αὐτοῦ, εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Σαυῆ.» Τοῦτο δὲ ἧν πεδίον βασιλέως· προσεπάγει δὲ ὅτι «Καὶ Μελχισεδὲκ, βασιλεὺς Σαλὴμ, ἐξήνεγκεν αὐτῷ ἄρτους καὶ οἶνον· ἦν δὲ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου. Καὶ εὐλόγησε τὸν Ἀβραὰμ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένος Ἀβραὰμ τῷ Θεῷ τῷ ὑψίστῳ, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος, ὃς παρέδωκε τοὺς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σου, καὶ ἔδωκεν αὐτῷ δεκάτην ἀπὸ πάντων.» Ἄθρει δὴ οὖν τῆς ἐν Χριστῷ τελειώσεως τοὺς τύπους ἐναστράπτοντας ἐναργῶς τῷ Μελχισεδὲκ, καὶ τῆς κατὰ νόμον λατρείας τὸ μέτρον ἐν μείοσιν. Εἴπερ ἐστὶν οὐκ ἐνδοιαστὸν ὅτι πάντη τε καὶ πάντως τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ῥίζα δὲ ὥσπερ τῶν ἐξ Ἰσραὴλ, ὁ θεσπέσιος Ἀβραὰμ, καὶ τὸ ἐν αὐτῷ προὖχόν τε καὶ ἐξαίρετον, ὁ Λευῒ, τοῖς τῆς θείας ἱερωσύνης κατεστεμμένος αὐχήμασιν. «Ἀλλ᾽ ἦν ἐν ὀσφύϊ κείμενος ἔτι.» Δυνάμει γὰρ ἦν τῶν ἐξ αὐτοῦ κατὰ καιροὺς ἐσομένων πατὴρ ὁ μακάριος Ἀβραάμ. Καὶ τοῦτο, οἶμαι, ἐστὶ, τὸ σοφῶς εἰρημένον περὶ τοῦ Λευΐ. Ἔτι γὰρ ἦν ἐν τῇ ὀσφύϊ τοῦ πατρὸς, ὅτε συνήντησεν αὐτῷ ὁ Μελχισεδέκ.
Μετάφραση
Διότι έχει γραφτεί ως εξής: «Εξήλθε δε ο βασιλιάς των Σοδόμων σε συνάντησή του, μετά την επιστροφή του από την κατατρόπωση του Χοδολλογομόρ και των βασιλέων που ήταν μαζί του, στην κοιλάδα του Σαυή». Αυτή δε ήταν η πεδιάδα του βασιλιά. Και προσθέτει ότι: «Και ο Μελχισεδέκ, ο βασιλιάς της Σαλήμ, του έφερε έξω άρτους και κρασί. Ήταν δε ιερέας του Θεού του Υψίστου. Και ευλόγησε τον Αβραάμ, και είπε: Ευλογημένος ο Αβραάμ από τον Θεό τον Ύψιστο, ο οποίος έκτισε τον ουρανό και τη γη. Και ευλογητός ο Θεός ο Ύψιστος, ο οποίος παρέδωσε τους εχθρούς σου υποχείριούς σου, και του έδωσε το ένα δέκατο από όλα». Παρατήρησε, λοιπόν, τους τύπους της εν Χριστώ τελειώσεως να αστράφτουν ολοκάθαρα στον Μελχισεδέκ, και το μέτρο της κατά νόμον λατρείας να βρίσκεται σε κατώτερη μοίρα. Εφόσον είναι αναμφίβολο ότι πάντοτε και με κάθε τρόπο το κατώτερο ευλογείται από το ανώτερο, σύμφωνα με τα γραφόμενα, και ρίζα όσων προέρχονται από τον Ισραήλ είναι ο θεσπέσιος Αβραάμ, και το εξέχον και εξαίρετο σε αυτόν είναι ο Λευί, ο οποίος έχει στεφανωθεί με τα καυχήματα της θείας ιεροσύνης. «Αλλά βρισκόταν ακόμη στην οσφύ». Διότι δυνάμει ο μακάριος Αβραάμ ήταν πατέρας όσων θα προέρχονταν από αυτόν κατά καιρούς. Και αυτό, νομίζω, είναι το σοφώς ειπωμένο για τον Λευί: Διότι βρισκόταν ακόμη στην οσφύ του πατέρα του, όταν τον συνάντησε ο Μελχισεδέκ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες