Εὐλογούμεθα γὰρ οὐχ ἑτέρως παρὰ Χριστοῦ, τοῦ μεγάλου τε καὶ ἀληθοῦς ἱερέως. Εὐλογούμεθα δὲ κατὰ τὸν θεσπέσιον Ἀβραὰμ, εὐσθενέστατα καταγωνισάμενοι τοὺς ἄρχοντας τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ τῆς τῶν πολεμίων χειρὸς ἀμείνους ἀναδεικνύμενοι, καὶ μηδενὸς τῶν ἐν κόσμῳ δεδεημένοι· πλοῦτον δὲ μᾶλλον ἡγούμενοι νοητὸν τὰ παρὰ Θεοῦ, καὶ τὴν εὐκλεᾶ καὶ ἀμάραντον τῶν ἄνωθεν χαρισμάτων διανομήν. Ἐννόει γὰρ ὅτι νενικηκότα τὸν Ἀβραὰμ, καὶ ὑποστρέφοντα μὲν ἐκ τῆς κοπῆς τῶν βασιλέων, καθὰ γέγραπται, οὐκ ἀξιώσαντα δέ τι παρὰ τοῦ Σοδόμων ἄρχοντος εἰς ἰδίαν κτῆσιν ἑλεῖν, εὐλόγησε τὸν Μελχισεδέκ. Ὁ μὲν γὰρ Σοδομιτῶν ἡγούμενος, ὡς νενικηκότι τῷ Ἀβραὰμ ἔφασκε· «Δός μοι τοὺς ἄνδρας, τὴν δὲ ἵππον λάβε σεαυτῷ·» ὁ δὲ μηδενὸς τῶν ἐκείνου μεταποιεῖσθαι διεγνωκὼς, «Ἐκτενῶ, φησὶ, τὴν χεῖρά μου πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, εἰ ἀπὸ σπαρτίου ἕως σφαιρωτῆρος ὑποδήματος λήψομαι ἀπὸ πάντων τῶν σῶν, ἵνα μὴ εἴπῃς· Ἐγὼ ἐπλούτισα τὸν Ἀβραάμ.» Χαίρειν γὰρ ἁγίοις ἔθος οὐκ ἐπὶ πλούτῳ κοσμικῷ. Κεκρατηκότες τοίνυν ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν, καὶ οὐδὲν ἀπὸ κόσμου δεχόμενοι, τιμῶντες δὲ μᾶλλον τὸν ἄνωθεν πλοῦτον, εὐλογούμεθα διὰ Χριστοῦ, τοῦ τῆς εἰρήνης βασιλέως.
Μετάφραση
Διότι δεν ευλογούμαστε διαφορετικά παρά από τον Χριστό, τον μεγάλο και αληθινό ιερέα. Ευλογούμαστε δε κατά το παράδειγμα του θεσπέσιου Αβραάμ, αφού κατατροπώσουμε με μεγάλη δύναμη τους άρχοντες αυτού του αιώνα, και αναδειχθούμε ανώτεροι από τα χέρια των εχθρών, μη έχοντας ανάγκη από τίποτα το εγκόσμιο αλλά θεωρώντας μάλλον ως νοητό πλούτο όσα προέρχονται από τον Θεό, και την ένδοξη και αμάραντη κατανομή των άνωθεν χαρισμάτων. Σκέψου, πράγματι, ότι ο Μελχισεδέκ ευλόγησε τον Αβραάμ αφού είχε νικήσει, και ενώ επέστρεφε από την κατακοπή των βασιλέων, όπως έχει γραφτεί, χωρίς να καταδεχθεί να πάρει τίποτα από τον άρχοντα των Σοδόμων για δική του ιδιοκτησία. Διότι ο ηγεμόνας των Σοδομιτών έλεγε στον Αβραάμ ως νικητή: «Δώσε μου τους άνδρες, και πάρε τα λάφυρα για τον εαυτό σου» αυτός όμως, έχοντας αποφασίσει να μην ιδιοποιηθεί τίποτα από τα δικά του, απάντησε: «Απλώνω το χέρι μου προς τον Ύψιστο Θεό, που έκτισε τον ουρανό και τη γη, ότι δεν θα πάρω από όλα τα δικά σου ούτε μία κλωστή έως και ένα κορδόνι υποδήματος, για να μην πεις: Εγώ πλούτισα τον Αβραάμ.» Διότι είναι συνήθεια των αγίων να μην χαίρονται για τον κοσμικό πλούτο. Αφού λοιπόν κυριαρχήσουμε επί των ορατών και αόρατων εχθρών, και δεν δεχθούμε τίποτα από τον κόσμο, αλλά τιμήσουμε περισσότερο τον άνωθεν πλούτο, ευλογούμαστε μέσω του Χριστού, του βασιλέα της ειρήνης.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες