Καὶ Μελχισεδὲκ βασιλεὺς Σαλὴμ ἐξήνεγκεν ἄρτους καὶ οἶνον· ἦν δὲ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ ὑψίστου· καὶ εὐλόγησε τὸν Ἀβρὰμ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένος Ἀβρὰμ τῷ Θεῷ τῷ ὑψίστῳ, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. Καὶ εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ὕψιστος, ὃς παρέδωκε τοὺς ἐχθρούς σου ὑποχειρίους σοι. Καὶ ἔδωκεν αὐτῷ δεκάτην μοῖραν ἀπὸ πάντων. Εἶπε δὲ βασιλεὺς Σοδόμων πρὸς Ἀβράμ· Δός μοι τοὺς ἄνδρας, τὴν δὲ ἵππον λάβε σεαυτῷ. Εἶπε δὲ Ἀβρὰμ πρὸς τὸν βασιλέα Σοδόμων· Ἐκτενῶ τὴν χεῖρά μου πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν τὸν ὕψιστον, ὃς ἔκτισε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, εἰ ἀπὸ σπαρτίου ἕως σφυρωτῆρος ὑποδήματος λήψομαι ἀπὸ πάντων τῶν σῶν, ἵνα μὴ εἴπῃς ὅτι Ἐγὼ ἐπλούτισα τὸν Ἀβρὰμ, πλὴν ὧν ἔφαγον οἱ νεανίσκοι, καὶ τῆς μερίδος τῶν ἀνδρῶν τῶν συμπορευθέντων μετ᾽ ἐμοῦ, Ἐσχὼλ, Αὐνᾶν, Μαμβρῆ· οὗτοι λήψονται μερίδα. Μετὰ δὲ τὰ ῥήματα ταῦτα ἐγενήθη ῥῆμα Κυρίου πρὸς Ἀβρὰμ ἐν ὁράματι τῆς νυκτὸς, λέγων· Μὴ φοβοῦ, Ἀβρὰμ, ἐγὼ ὑπερασπίζω σου, ὁ μισθός σου πολὺς ἔσται σφόδρα. Λέγει δὲ Ἀβρὰμ, Δέσποτα Κύριε, τί μοι δώσεις; ἐγὼ δὲ ἀπολύομαι ἄτεκνος, ὁ δὲ υἱὸς Μασὲχ τῆς οἰκογενοῦς μου, οὗτος Δαμασκὸς Ἐλιέζερ· καὶ εἶπεν Ἀβράμ· Ἐπειδὴ ἐμοὶ οὐκ ἔδωκας σπέρμα, ὁ δὲ οἰκογενής μου κληρονομήσει με. Καὶ εὐθὺς φωνὴ Κυρίου ἐγένετο πρὸς αὐτὸν, λέγουσα· Οὐ κληρονομήσει σε οὗτος· ἄλλος ἐξελεύσεται ἐκ σοῦ, οὗτος κληρονομήσει σε.
Μετάφραση
Και ο Μελχισεδέκ, βασιλιάς της Σαλήμ, έφερε έξω άρτους και οίνο· ήταν δε ιερέας του Θεού του Υψίστου· και ευλόγησε τον Άβραμ, και είπε: Ευλογημένος ο Άβραμ από τον Θεό τον Ύψιστο, ο οποίος έκτισε τον ουρανό και τη γη. Και ευλογητός ο Θεός ο Ύψιστος, ο οποίος παρέδωσε τους εχθρούς σου υποχείριούς σου. Και του έδωσε το ένα δέκατο από όλα. Είπε δε ο βασιλιάς των Σοδόμων προς τον Άβραμ: Δώσε σε εμένα τους άνδρες, ενώ τα λάφυρα πάρε τα για τον εαυτό σου. Είπε δε ο Άβραμ προς τον βασιλιά των Σοδόμων: Εκτείνω το χέρι μου προς τον Κύριο, τον Θεό τον Ύψιστο, ο οποίος έκτισε τον ουρανό και τη γη, ότι ούτε από κλωστή έως λουρίδα υποδήματος δεν θα πάρω από όλα τα δικά σου, για να μην πεις ότι Εγώ πλούτισα τον Άβραμ, εκτός από εκείνα που έφαγαν οι νέοι, και από το μερίδιο των ανδρών που συμπορεύτηκαν μαζί μου, του Εσχώλ, του Αυνάν, του Μαμβρή· αυτοί θα λάβουν το μερίδιό τους. Μετά δε από αυτά τα λόγια, έγινε λόγος Κυρίου προς τον Άβραμ σε όραμα της νύχτας, λέγοντας: Μη φοβάσαι, Άβραμ, εγώ σε υπερασπίζομαι, ο μισθός σου θα είναι πάρα πολύς. Λέει δε ο Άβραμ: Δέσποτα Κύριε, τι θα μου δώσεις; Εγώ δε απέρχομαι άτεκνος, ο δε γιος της Μασέχ, της οικιακής μου δούλης, αυτός ο Ελιέζερ από τη Δαμασκό· και είπε ο Άβραμ: Επειδή σε εμένα δεν έδωσες απογόνους, ο δούλος μου που γεννήθηκε στο σπίτι μου θα με κληρονομήσει. Και αμέσως έγινε φωνή Κυρίου προς αυτόν, η οποία έλεγε: Δεν θα σε κληρονομήσει αυτός· άλλος θα προέλθει από εσένα, αυτός θα σε κληρονομήσει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες