κβʹ Σκοπὸς διαλέξεως πανοῦργος πρὸς τοὺς κακούργως διαστρέφοντας καὶ παρερμηνεύοντας τὰς εὐαγγελικὰς καὶ πατρικὰς περὶ Χριστοῦ τοῦ θεοῦ ἡμῶν γραφάς. Σοφοῦ λόγος νομοθετεῖ τοῖς σοφῶς τὰ σοφὰ τοῦ θεοῦ λαλεῖν βουλομένοις λόγια φάσκων· Μὴ ἀποκρίνου ἄφρονι κατὰ τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀποκρίνου ἄφρονι πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, ἵνα μὴ δόξῃ παρ’ ἑαυτῷ φρόνιμος εἶναι. Ὃ δὲ λέγει ὁ σοφὸς οὗτος Σολομών, τοῦτό ἐστιν. Ἐὰν ἀφρόνως τις διαστρέφειν τὰς θείας γραφὰς βουλόμενος τὰ ἄῤῥητα καὶ ἀκατάληπτα εἰσπράττῃ σε λέγων· «Πόθεν δῆλον, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ θεοῦ γεννητός ἐστι, τὸ δὲ ἅγιον πνεῦμα ἐκπορευτόν; ἢ πῶς δυνατὸν τὸ γεννώμενον συνάναρχον εἶναι τῷ γεννήτορι;» καὶ ἁπλῶς. ἡνίκα κακοτρόπως διεξετάζει τὰ ἀκατάληπτα καὶ πίστει μόνῃ νοούμενα, μᾶλλον δὲ ὁμολογούμενα καὶ μὴ νοούμενα, μὴ ἀποκρίνου αὐτῷ κατὰ τὴν τοιαύτην περίεργον ἀπιστίαν αὐτοῦ, συναπαγόμενος αὐτῷ καὶ σὺ ἐπιζητεῖν τὰ ζητήσεως ἁπάσης καὶ ἐρεύνης βαθύτερα καὶ πάσῃ κτίσει ἀγνώριστα, ἀλλ’ ἀποκρίνου αὐτῷ πρὸς τὴν ἀφροσύνην αὐτοῦ, προφέρων αὐτῷ τὰ κοινῶς ὑπὸ πάντων Χριστιανῶν ὁμολογούμενα, πίστει δὲ ἀπεριέργῳ τῇ ἐκκλησίᾳ φρονούμενά τε καὶ κηρυττόμενα καὶ λαλούμενα, ἅπερ καὶ διηπόρησαν ἡμῖν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν οἱ νῦν τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποστάντες, πεῖραν πλείστην τῶν νομικῶν τε καὶ εὐαγγελικῶν λόγων ἔχοντες, ἐξ ὧν εἰσι ταῦτα. Ἀπορίαι ἀποστατῶν τῆς ἐκκλησίας πρὸς Χριστιανούς. αʹ Πόθεν δῆλον, ὅτι κτιστή ἐστιν ἡ ἡμετέρα ψυχὴ ἢ ἀθάνατος μένει, μηδαμοῦ τῆς νομικῆς γραφῆς τοῦτο μαρτυρούσης; βʹ Τίς μοι λέγει, ὅτι Μωϋσέως ἐστὶ σύγγραμμα ἡ Γένεσις; Οὐ γὰρ ἐπιγέγραπται καθάπερ καὶ αἱ λοιπαὶ βίβλοι αἱ τῶν προφητῶν. Πλήν, ὅτι καὶ πλεῖστα φαίνεται μὴ ἀληθεύουσα· ἐξ ὧν εἰσι καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ θεοῦ ἡ περὶ τῆς βρώσεως, καὶ ἡ περὶ τῶν τετρακοσίων ἐτῶν τῆς κακώσεως τοῦ Ἰσραὴλ τῆς ἐν Αἰγύπτῳ· ἑκατὸν γὰρ τεσσαράκοντα χρόνους ἐταλαιπώρησαν, τουτέστι μετὰ τὸν θάνατον Ἰωσήφ. Ὁμοίως οὔτε ὁ ὅρος, ὃν εἶπεν ὁ θεὸς περὶ τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, γέγονεν ἐπὶ τοῦ Νῶε· εἶπε γὰρ ἑκατὸν εἴκοσι χρόνους μέχρι τοῦ κατακλυσμοῦ ζῆν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους. γʹ Πάλιν τε ἐντειλάμενος τὸ πολύκρεων ἐκεῖνο Λευτικόν, ὕστερόν φησιν ὁ θεὸς διὰ Ἡσαΐου καὶ Ἰερεμίου, ὅτι οὐδὲν περὶ θυσιῶν ἐνετείλατο τῷ Ἰσραήλ, οὔτε περὶ ὁλοκαυτωμάτων. Δʹ. Πάλιν τε ὑποσχόμενος νόμιμον αἰώνιον εἶναι τὸν νόμον, πῶς οὐκ ἔστησε τὰ προστάγματα αὐτοῦ τὰ νομικὰ αἰώνια; εʹ Καὶ συνταξάμενος διδόναι τῷ σπέρματι Ἰσραὴλ ἀπὸ Αἰγύπτου ἕως τοῦ Εὐφράτου κατάσχεσιν, οὐδὲ τὸ δέκατον μέρος τῆς ὑποσχέσεως δέδωκεν αὐτοῖς.
Μετάφραση
Κβʹ. Πανούργος σκοπός της διαλέξεως εναντίον εκείνων που κακοβούλως διαστρέφουν και παρερμηνεύουν τις ευαγγελικές και πατερικές γραφές περί του Χριστού, του Θεού μας. Ο λόγος του σοφού θέτει κανόνα για όσους θέλουν να λαλούν με σοφία τα σοφά λόγια του Θεού, λέγοντας: «Μην αποκρίνεσαι στον άφρονα σύμφωνα με την αφροσύνη του, αλλά αποκρίσου στον άφρονα προς την αφροσύνη του, ώστε να μη νομίσει μέσα του πως είναι φρόνιμος». Αυτό λοιπόν λέει ο σοφός Σολομών: αν κάποιος, θέλοντας με άφρονα τρόπο να διαστρέψει τις θείες Γραφές, σε φέρνει σε δύσκολη θέση λέγοντας για τα άρρητα και ακατάληπτα: «Από πού είναι φανερό ότι ο Υιός του Θεού είναι γεννητός, ενώ το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό; Ή πώς είναι δυνατόν εκείνο που γεννάται να είναι συνάναρχο με εκείνον που το γεννά;» και γενικά, όταν κακότροπα εξετάζει τα ακατάληπτα, τα οποία νοούνται μόνο με την πίστη — ή μάλλον ομολογούνται και δεν νοούνται — μη του αποκρίνεσαι σύμφωνα με αυτή την περίεργη απιστία του, παρασυρόμενος κι εσύ μαζί του να ερευνάς πράγματα βαθύτερα από κάθε αναζήτηση και εξέταση και άγνωστα σε κάθε κτίση· αλλά αποκρίσου του προς την αφροσύνη του, προβάλλοντάς του όσα ομολογούνται κοινώς από όλους τους Χριστιανούς και όσα, με απερίεργη πίστη, φρονούνται, κηρύσσονται και λέγονται μέσα στην Εκκλησία. Αυτά ακριβώς μάς έθεσαν ως απορίες στην Ανατολή όσοι τώρα έχουν αποστατήσει από τον Χριστιανισμό, έχοντας πολλή πείρα τόσο των νομικών όσο και των ευαγγελικών λόγων. Από αυτές είναι και οι εξής: Απορίες αποστατών από την Εκκλησία προς τους Χριστιανούς αʹ Από πού είναι φανερό ότι η ψυχή μας είναι κτιστή ή ότι παραμένει αθάνατη, αφού πουθενά η νομική Γραφή δεν το μαρτυρεί; βʹ Ποιος μου λέει ότι η Γένεση είναι σύγγραμμα του Μωυσή; Διότι δεν φέρει επιγραφή, όπως και τα λοιπά βιβλία των προφητών. Άλλωστε φαίνεται και σε πολλά σημεία να μην αληθεύει· ανάμεσα σε αυτά είναι και η απόφαση του Θεού σχετικά με τη βρώση, καθώς και εκείνη για τα τετρακόσια χρόνια της κακώσεως του Ισραήλ στην Αίγυπτο· διότι ταλαιπωρήθηκαν εκατόν σαράντα χρόνια, δηλαδή μετά τον θάνατο του Ιωσήφ. Ομοίως, ούτε ο ορισμός που είπε ο Θεός για τη ζωή των ανθρώπων πραγματοποιήθηκε στον καιρό του Νώε· διότι είπε ότι εκείνοι οι άνθρωποι θα ζούσαν εκατόν είκοσι χρόνια μέχρι τον κατακλυσμό. γʹ Πάλι, ενώ έδωσε εντολή για εκείνο το Λευιτικό το γεμάτο θυσίες, ύστερα ο Θεός λέει μέσω του Ησαΐα και του Ιερεμία ότι δεν έδωσε καμία εντολή στον Ισραήλ ούτε για θυσίες ούτε για ολοκαυτώματα. δʹ Πάλι, ενώ υποσχέθηκε ότι ο νόμος θα είναι αιώνιος, πώς δεν κατέστησε αιώνια και τα νομικά του προστάγματα; εʹ Και ενώ όρισε να δώσει στο σπέρμα του Ισραήλ ως κτήση τη χώρα από την Αίγυπτο έως τον Ευφράτη, δεν τους έδωσε ούτε το δέκατο μέρος της υποσχέσεως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- κβʹ Κεφάλαια γραφικὰ ἀπορηθέντα ἡμῖν ὑπὸ ἀπίστων. Καὶ Ἀνδρέου Νεστοριανοῦ κεφάλαιον