Καὶ μὴ διὰ κακόνοιαν εἴπῃς· ἀλλὰ ὁ πατὴρ εἶπε τῷ υἱῷ «ποιήσωμεν», ὁ δὲ υἱὸς οὐκ εἶπε τῷ πατρί «ποιήσωμεν» καὶ ὁ υἱὸς οὐ λέγει ὅτι ἐγὼ ἐργάζομαι καὶ ὁ πατήρ μου ἐργάζεται, ἀλλὰ τὸν πατέρα τάττει πρῶτον λέγοντα καὶ ἐργαζόμενον. τοῦτο γὰρ ἠλιθίως λέγεις καὶ πολλὰς ἀρχὰς θέλεις νοεῖν τὸ θεῖον. μία δέ ἐστιν ἀρχὴ καὶ ἡ αὐτὴ μία θεότης, οὐδαμοῦ δὲ ἐνταῦθα ὁ υἱὸς λέγει «θεός μου». οὐκ ἀρνούμενος δὲ τοῦ υἱοῦ τὴν πρὸς τὸν πατέρα τιμὴν λέγω, ἀλλὰ πῶς ἔχει ἡ τῆς θεότητος ἀκολουθία. καὶ πάλιν «ἤκουσεν Ἀδάμ» φησί «τοῦ θεοῦ περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν»· καὶ οὐδαμοῦ φησιν ὁ υἱὸς θεόν μου καὶ θεὸν ὑμῶν, ἀλλὰ θεὸν αὐτοτελῆ ἐνταῦθα λέγει. καὶ πάλιν «καὶ ἐλάλησεν ὁ θεὸς τῷ Νῶε» καὶ οὐδαμοῦ ἐμφέρεται ἡ τοιαύτη λέξις. «καὶ ὤφθη» φησίν «ὁ θεὸς τῷ Ἀβραάμ, καθεζομένου αὐτοῦ πρὸς τῇ δρυῒ τῇ Μαμβρή· καὶ ἰδοὺ τρεῖς ἄνδρες, καὶ ἔδραμεν εἰς συνάντησιν καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπεν· εἰ εὗρον χάριν ἐνώπιόν σου», ἵνα τὸν ἕνα δείξῃ θεόν, τοὺς δὲ συνεπομένους αὐτῷ ἄλλους δύο ἀγγέλους αὐτοῦ. περὶ γὰρ τούτου καί 〈φησιν〉 «ἀνέβη ὁ θεὸς ἀπὸ Ἀβραάμ»· αὐτὸς δὲ ὁ ἐλθὼν πρὸς αὐτὸν λέγει «μὴ κρύψω τι ἀπὸ τοῦ παιδός μου Ἀβραάμ; κραυγή» φησί «Σοδόμων καὶ Γομόρρας πεπλήθυνται πρός με» καὶ τὰ ἑξῆς· καὶ οὐδαμοῦ ἐμφέρεται ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις τὸ θεός μου καὶ θεὸς ὑμῶν. «
Μετάφραση
Και να μην πεις από κακοβουλία: «Μα ο Πατέρας είπε στον Υιό "ας φτιάξουμε", ενώ ο Υιός δεν είπε στον Πατέρα "ας φτιάξουμε" και ο Υιός δεν λέει "εγώ εργάζομαι και ο Πατέρας μου εργάζεται", αλλά τοποθετεί τον Πατέρα πρώτο να ομιλεί και να εργάζεται». Διότι αυτό το λες ανόητα και θέλεις να κατανοείς το θείο ως έχον πολλές αρχές. Μία όμως είναι η αρχή και η αυτή μία θεότητα, και πουθενά εδώ ο Υιός δεν λέει «Θεέ μου». Και τα λέω αυτά, όχι αρνούμενος την τιμή του Υιού προς τον Πατέρα, αλλά για να δείξω πώς έχει η ακολουθία της θεότητας. Και πάλι λέει: «Άκουσε ο Αδάμ τον Θεό να περιπατεί στον παράδεισο το δειλινό»· και πουθενά δεν λέει ο Υιός «Θεό μου και Θεό σας», αλλά αναφέρει εδώ Θεό αυτοτελή. Και πάλι: «Και μίλησε ο Θεός στον Νώε», και πουθενά δεν απαντάται τέτοια φράση. «Και φανερώθηκε», λέει, «ο Θεός στον Αβραάμ, ενώ αυτός καθόταν κοντά στη δρυ του Μαμβρή· και ιδού τρεις άνδρες, και έτρεξε να τους συναντήσει και προσκύνησε έως τη γη και είπε: αν βρήκα χάρη ενώπιόν σου», ώστε να καταδείξει τον έναν ως Θεό, και τους άλλους δύο που τον ακολουθούσαν ως αγγέλους του. Διότι σχετικά με αυτό λέει επίσης: «Αναχώρησε ο Θεός από τον Αβραάμ»· και ο ίδιος που ήλθε προς αυτόν λέει: «Μήπως θα κρύψω τίποτα από τον δούλο μου τον Αβραάμ; Η κραυγή», λέει, «των Σοδόμων και της Γομόρρας έχει πληθύνει προς εμένα» και τα εξής· και πουθενά δεν αναφέρεται σε αυτούς τους χρόνους το «Θεός μου και Θεός σας». «
Περισσότερα
Λεπτομέρειες