ἔδει μὲν οὖν καὶ τὸν μακάριον τοῦτον μετὰ πάντων τῶν φοβουμένων τὸν Κύριον καὶ πορευομένων ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ, κατὰ τὸν ψαλμικὸν ἐκεῖνον χρηματισμόν, τῆς τε θείας εὐλογίας καταξιοῦσθαι, καὶ τὰ τῆς νοητῆς Ἱερουσαλὴμ ἀγαθὰ διὰ παντὸς ἐνοπτρίζεσθαι καὶ τῆς ἐλπιζομένης αὐτῶν ἀπολαύσεως ἐντεῦθεν ἤδη τὸν ἀρραβῶνα κομίζεσθαι· μὴ μόνον αὐτὸν ταῖς ἀρεταῖς εὐθηνοῦντα, μηδὲ μόνον υἱοὺς τοὺς πνευματικῶς αὐτῷ γεννωμένους, ἀλλὰ καὶ υἱοὺς τῶν υἱῶν ὁρῶντα, νεοφύτοις ἐλαιῶν ἐοικότας καὶ κύκλῳ τῆς κατ’ αὐτὸν τραπέζης περιεστῶτας καὶ τοῖς ἡδίστοις ὑπ’ αὐτοῦ δεξιομένους ἀφθόνως τῆς ἀσκήσεως ἐντρυφήμασιν, ἐπεὶ δὲ ταῦτα καὶ τοῖς ἔργοις συνέβαινε καὶ ὁ τόπος τῷ πλήθει τῶν μοναχῶν ἐστενοχωρεῖτο, περί που τοῖς ἑκατὸν ἀθροισθέντων, καὶ ὁ προρρηθεὶς καθηγούμενος, μοναχὸς Θεοδόσιος, τὸν βίον ἐξέλιπεν, ἐγκρατὴς ὁ μέγας τοῦ ὄρους γίνεται, καὶ ὁ κλῆρος τῆς κατοικίας εἰς τοὺς κληρονόμους λοιπὸν τοῦ ὄρους μετήνεκτο. τοὺς περὶ τὸν νέον φημὶ τοῦτον Ἀβραάμ, τὸν ἐκ προγονικῆς μεταναστεύσαντα γῆς καὶ εἰς τὴν δεικνυμένην ἀκολουθήσαντα κατόπιν τοῦ χρηματίζοντος· παρ’ οὗ καὶ κατ’ ἐπαγγελίαν τὴν τοῦ ὄρους κατάσχεσιν αὐτῷ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ’ αὐτὸν δοθῆναι, ἀνενδοιάστως ἐγὼ ἀποφαίνομαι· δίκαιοι γάρ, φησι, κληρονομήσουσιν γῆν καὶ κατασκηνώσουσιν εἰς αἰῶνα αἰῶνος ἐπ’ αὐτῆς.
Μετάφραση
Έπρεπε, λοιπόν, και ο μακάριος αυτός, μαζί με όλους όσους φοβούνται τον Κύριο και πορεύονται στις οδούς Του, σύμφωνα με εκείνη τη ρήση του Ψαλμού, να αξιωθεί τη θεία ευλογία και να ατενίζει διαρκώς τα αγαθά της νοητής Ιερουσαλήμ, λαμβάνοντας ήδη από τώρα τον αρραβώνα της ελπιζόμενης απόλαυσής τους· να μην ακμάζει δηλαδή μόνο ο ίδιος στις αρετές, ούτε να βλέπει μόνο τους πνευματικούς υιούς που γεννήθηκαν από αυτόν, αλλά να βλέπει και τους υιούς των υιών του, οι οποίοι θα έμοιαζαν με νεόφυτα ελιάς και θα στέκονταν γύρω από την τράπεζά του, απολαμβάνοντας πλουσιοπάροχα από αυτόν τα γλυκύτατα κεράσματα της ασκήσεως. Επειδή, όμως, αυτά γίνονταν και στην πράξη και ο τόπος ήταν πλέον στενόχωρος για το πλήθος των μοναχών, αφού είχαν συγκεντρωθεί περίπου εκατό, και εφόσον ο προαναφερθείς καθηγούμενος, ο μοναχός Θεοδόσιος, αναπαύθηκε, ο μέγας αυτός ανήρ γίνεται κύριος του όρους, και ο κλήρος της κατοικίας μεταβιβάστηκε πλέον στους κληρονόμους του όρους. Αναφέρομαι στη συνοδεία αυτού του νέου Αβραάμ, ο οποίος μετανάστευσε από την προγονική του γη και βάδισε προς εκείνη που του υποδείχθηκε, ακολουθώντας Εκείνον που τον καθοδήγησε· από τον Οποίο εξάλλου, όπως αποφαίνομαι χωρίς κανέναν δισταγμό, του δόθηκε, σύμφωνα με την υπόσχεση, η κατοχή του όρους, στον ίδιο και στο σπέρμα του μετά από αυτόν· διότι «οι δίκαιοι», λέει, «θα κληρονομήσουν τη γη και θα κατοικήσουν επ’ αυτής εις αιώνα αιώνος».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες